Απόψε είσαι μόνη σου. Σ’ αρέσει. Σ’ αρέσει ακόμη κι η θλίψη σου, που νιώθεις στιγμές-στιγμές να φτερουγίζει στο δωμάτιο καθώς σκοτεινιάζει. Θλιμμένη γιορτή – αλλά γιορτή. Απ’ έξω, η ολυμπιακή Αθήνα. Εις υγείαν. Που λέει ο λόγος. Εξάλλου, όποιος αγαπά το μέλι, δεν φοβάται τα μελίσσια.
Ως χθες πίστευες πως δεν έχεις ανάγκη κανέναν. Ίσως και να φοβόσουν τα συναισθήματά σου. Την έντασή τους, το βάθος τους, αλλά κυρίως τους αφανείς δρόμους που ακολουθούσαν. Ήξερες από παλιά σε τι σκοτεινούς κόσμους μπορούσαν να σε οδηγήσουν, σε τι στεγνούς κι έρημους πλανήτες που παραμονεύουν σε κάποιες εσχατιές του σύμπαντος. Άλλες φορές πάλι νόμιζες πως μπορείς, με λίγη προσπάθεια, να γίνεις σαν τους άλλους ανθρώπους: Σάββατο πρωί στο σούπερ μάρκετ και μετά το αυτοκίνητο για πλύσιμο. Παρέες ζευγαρωμένες χιαστί και μυαλό κλειδωμένο σε σταθερούς στόχους.
Γιατί, άραγε, ποτέ δεν μπόρεσες να μάθεις να φυλάγεσαι; Γιατί καταλάβαινες όταν πια ήταν αργά, ότι υπέμεινες πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσες να αντέξεις; Ίσως ήταν εκείνη η ανελέητη αίσθηση αξιοπρέπειας που δεν σε άφηνε να πάρεις τις δέουσες προφυλάξεις. Εκείνος ο μύχιος ιπποτικός κώδικας που επέβαλλε τους ίδιους κανόνες μάχης, όσο δυνατός κι αν ήταν ο εχθρός. Ακόμη και όταν επρόκειτο για ανεμόμυλους: τον πιο δύσκολο, πανούργο, απρόβλεπτο εχθρό, που δεν σέβεται κανόνες μάχης και κώδικες ιπποτισμού.
Κυνηγώντας το νόημα, έφτασες στην άκρη του γκρεμού. Εκείνο συνέχισε πέρα, στην γραμμή του ορίζοντα, σαν καρτούν, εσύ ήσουν βαριά, δεμένη με τη σάρκα σου. Μέχρι εκεί μπόρεσες να φτάσεις. Παραδόθηκες στη δική σου παραλλαγή, μια ανάμνηση εκείνου που κυνήγησες, μισοσβησμένο φάντασμα εκείνης της αίσθησης που σπαρταρούσε κάποτε στα χέρια σου, αδύναμη ―λες― να σου ξεφύγει.
Απ’ έξω, η ολυμπιακή Αθήνα γιορτάζει πειθαρχημένα. Σαν τις σχολικές γιορτές που θυμάσαι από τότε, επί δικτατορίας…

Advertisements