Γλιστράω στους υγρούς δρόμους της πόλης. Αντιφεγγίζουν κομματιασμένα φώτα στα μουλιασμένα πεζοδρόμια. Τα φώτα της πόλης με παίρνουν και θέλουν να με κεράσουν. Τα ακολουθώ. Ακολουθώ τα τρελαμένα λαμπιόνια που ανάβουν ένα – ένα μέσα μου. Είμαι πιο μεθυσμένος απ’ ό,τι θα είμαι λίγο αργότερα με κάμποσο αλκοόλ να θολώνει το αίμα μου· να προβοκάρει τον νου μου· να ξύνει ανελέητα πληγές της καρδιάς. Το αλκοόλ: το αγκίστρι του Διαβόλου ψαρεύει πάλι ξεμοναχιασμένες ψυχές. Δαίμονες ξυπνούν κι αργοσαλεύουν στο βάθος του ποτηριού μου. Διεκδικούν το μερτικό τους από τη ζωή μου. Θα τους το δώσω. Αυτοί δεν είναι, άλλωστε, που κάποτε με κράτησαν ζωντανό, τότε που είχα νικηθεί; Ψυχή μου, πόσο μοιάζουν μερικές φορές οι δαίμονές σου με παρενδυματικούς αγγέλους…
Εδώ, στη Χώρα της Βροχής, αυτόν τον υγρότοπο, νοτισμένο από το αλκοόλ, ταξιδεύω ακόμη μια φορά με το πλοίο της γραμμής. Το λιμάνι, μικρά υγραμένα φωτάκια που απομακρύνονται στον ορίζοντα. Βαθιά νερά από κάτω μου αργοσαλεύουν, σαν τα παγάκια στο ποτήρι μου.
Τώρα, μόνον η γυναίκα μπορεί να τους κάνει πέρα. Και αυτή είναι που τους θρέφει για να ξαναγυρίσουν πιο δυνατοί την επόμενη φορά… Κι ύστερα πάλι, θα ’ρθουν εκείνες οι μέρες που οι νύχτες τους σε τρομάζουν. Που σπρώχνονται μεταξύ τους ποια θα δαγκώσει μεγαλύτερο κομμάτι απ’ τη σάρκα σου. Μέρες που δεν μπορείς να τους ξεφύγεις, παρά μόνο γερνώντας. Γλυκαίνοντας με το πέρασμα του χρόνου και τις σπονδές στην Επανάληψη.
Ό,τι απομένει, μια κάποια ευγένεια της ψυχής, τα παιδεμένα συναισθήματα, το ίζημα από τις τρικυμίες της ψυχής που κάποτε κόπασαν. Και η περίεργη (λίγο παραιτημένη) πίστη ότι αυτός ο κόσμος είναι όπως θα ’πρεπε να είναι. Σωστός.

Advertisements