Περιγράφει ο «μπάρμπα Γιάννης» Μανούσακας, καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ένα περιστατικό στη Θεσσαλία τον Οκτώβριο του 1944, τις μέρες που οι Γερμανοί αποχωρούσαν από την Ελλάδα: «Βραδιάσματα φάνηκε να ’ρχεται ένα καμιόνι από τη Λάρισα σταλμένο να δει την τύχη της φάλαγγας…Όταν ζύγωσε στα πεντακόσια μέτρα, το βάρεσε ο Ζαραλής με μια ριπή από το ύψωμα. Το καμιόνι χτυπήθηκε. Δυο Γερμανοί σούρθηκαν, κατά πώς φάνηκε, στο χαντάκι με την κοιλιά, αλλά σε λίγο τους είδα να τρέχουν σε μια γυμνή πλαγιά. Πήρα από έναν αντάρτη ένα μακρύκανο, βάρεσα τον τελευταίο, αυτός κωλόκατσε, μα ώσπου να ξαναοπλίσω γύρισε ο σύντροφός του, έσκυψε, τον αγκάλιασε και βαδίζοντας οι δυο τους στα τρία πόδια έτρεχαν όσο γινόταν. Πήγα να σκοπέψω να τους βαρέσω, όπως τώρα ήταν αγκαλιασμένοι, και τους δυο, μα είδα ένα χέρι να πιάνει την κάνη, να την πιέζει κάτω μαλακά. Τράβηξα το ντουφέκι απότομα και το λευτέρωσα για να ξανασκοπέψω. Μα να που ένας αντάρτης με κοιτούσε κατάματα, ήμερος, γελαστός και με μια αφάνταστη γλυκύτητα στο βλέμμα του μου λέει παρακλητικά: “Άσε τους μπάρμπα Γιάννη, άσε τους, ο τραυματίας είναι πράμα ιερό και ο σύντροφός του γύρισε να τον πάρει, ξέροντας πως θα σκοτωθεί μαζί του… Άσε τους”, με ξαναπαρακάλεσε και στο βλέμμα του σαν να ’χε κατοικήσει κάποιο όραμα: της μάνας ίσως, που ξαναβλέπει το ξεγραμμένο παιδί της, της γυναίκας και των παιδιών που αγκαλιάζοντας τον πατέρα θρηνούνε τη χαρά· και σαν να καρφώθηκε η σκέψη του στην ψυχή μου, άφησα να πέσει το όπλο από τα χέρια μου: “Κύριε ελέησον” είπα μέσα μου».
Λίγα εκατοστά, μια στιγμή μονάχα, χωρίζουν την καθαρότητα της καρδιάς από τη θολούρα του νου, τον θεό από τον διάβολο. Όπως και τον άνθρωπο από εκείνον που εκδικείται τον ηττημένο. Ακόμη κι αν τον ηττημένο τον λένε Κουφοντίνα. Αλλά, υποθέτω, μια και το κράτος δεν είναι άνθρωπος, μπορεί να εκδικείται ανενδοίαστα. Και να μοιράζει… χιλιάδες χρόνων φυλάκισης. Με επιείκεια, βεβαίως.

Advertisements