Η Φρίντα με ανδρικό κοστούμι. Τυποποιημένο, μετρημένο ρούχο, για να ψευτοκαλύψει την έσω φλόγα που υπερχειλίζει στα λουλουδάτα τσιγγάνικα φουστάνια. Αν η ζωή είναι γιορτή, θα βάλω τα καλά μου. Θα κρύψω με τα πλουμίδια του νου μου το σώμα που με πρόδωσε, το σώμα που πάντα έμενε πίσω κι έβλεπε την ψυχή να τρέχει αλαφιασμένη όσο μπορούσε μακρύτερα, που ανακάλυπτε πόνους όταν το πνεύμα γιόρταζε, που γαλήνευε κι αγαλλίαζε όταν η ψυχή νεκρωνόταν αποκαμωμένη.
Ένα γυναικείο σκηνοθετικό βλέμμα που κατάφερε να κάνει τα γυμνά σώματα μη ερωτικά, και εξαίσια ερωτικό έναν χορό δυο ντυμένων γυναικών. Που έφερε πιο κοντά στην αφή το βάρος ενός στήθους πάνω στον καμβά, από το πραγματικό βυζί του μοντέλου δυο μέτρα πιο πέρα.
Ξαναείδα την ταινία χθες το απόγευμα. Και ήταν σαν να καθόμασταν σ’ ένα τραπέζι αντικριστά, εγώ στη θέση της Φρίντας, κι εκείνη μια γριά να μου τραγουδά ένα φάντος κοιτώντας με στα μάτια…
Kάποιοι άνθρωποι σε κοιτούν στα μάτια και είναι σαν να διαβάζουν την ψυχή σου. Ή να διηγούνται την ιστορία της δικής τους. Κάποιοι άνθρωποι μεγαλώνουν όμορφα. Γερνούν με γλυκύτητα και οι ρυτίδες τους, οι ουλές από τα παλιά τραύματα στο σώμα τους ανθίζουν, σαν ζωγραφισμένες νεκρές φύσεις πάνω στο δέρμα. Μια αίσθηση που δεν μπορεί να αποκτήσει κανένα νεανικό πλάσμα, με νου οργισμένο και σώμα με άψογη επιδερμίδα, με όσα τατουάζ, σκουλαρίκια και χαλκάδες κι αν προσπαθήσει να κρύψει τη λευκή ομορφιά του. Τα πάθος και η λαχτάρα κρύβουν τον φόβο. Τον φόβο μήπως η πίστη στους ανθρώπους κάποτε σβήσει. Μήπως η πίστη σε κάποια διηνεκή δύναμη της ζωής υποκαθιστά την έλλειψη πίστης στον εφήμερο εαυτό σου.
Απόγευμα φθινοπώρου και η βροχή μαλακώνει τη γη και τον νου. Μακριά από τις φωτιές της ψυχής που έκαψαν τη Φρίντα, ο άνθρωπος γίνεται κάποτε άσχημος και γέρος. Αλλά μπορεί πια να ομορφαίνει ο κόσμος γύρω του.

Advertisements