Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια θλιμμένη βασιλοπούλα. Είχε όλα όσα ποθούσε, πλούτη κι όμορφα φορέματα, παλάτια και περήφανα άλογα στους στάβλους, αλλά βαθιά στην ψυχή της μαράζωνε. Κι έτσι θλιμμένη την έβρισκε κάθε καινούργια μέρα, κάθε ξημέρωμα και κάθε βράδυ.
Μια μέρα, στην όχθη ενός ποταμού συνάντησε κάποιον ρακένδυτο στρατηλάτη που τη χαιρέτησε και της μίλησε όπως δεν της είχε μιλήσει ποτέ κανένας. Και η βασιλοπούλα, κουβέντα στην κουβέντα, άρχισε να λάμπει με μια λάμψη πρωτόγνωρη. Και τον πήρε στο παλάτι της. Οι αυλικοί αναστατώθηκαν: «Κυρία, μπορεί να είναι απατεώνας». Την βασιλοπούλα την έζωσαν τα φίδια, αλλά είχαν ανοίξει πια τα πέταλα της καρδιάς της: «Αυτός θα είναι από αύριο ο κυβερνήτης αυτής της Πολιτείας». Βαθιά μέσα της όμως, είχαν ριζώσει οι αμφιβολίες και του ζήτησε να της αποδείξει την αγάπη του. «Κυρά μου, η αγάπη δεν αποδεικνύεται – είτε τη νιώθεις γύρω σου, είτε όχι. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος».
«Αν μ’ αγαπάς τόσο ώστε να ριζώσεις, εσύ που δεν σταμάτησες ποτέ το ταξίδι σου σε μια πολιτεία, θα βρεις τον τρόπο».
Τότε αυτός της έδωσε το μαχαίρι του: «Εδώ που ήρθα, δεν το χρειάζομαι πια. Μ’ αυτό έβρισκα το φαΐ της ημέρας, εδώ όλα τα φαγιά είναι έτοιμα· μ’ αυτό προστάτεψα στις ερημιές τη ζωή μου, εδώ με προστατεύουν ψηλά τείχη και φρουροί. Δικό σου, Κυρά μου».
Η βασιλοπούλα συγκινήθηκε και για να το ανταποδώσει έβαλε να φτιάξουν ένα χρυσοποίκιλτο μαχαίρι, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια και με χαραγμένα στη λαβή όλα τα διακριτικά σημάδια της εξουσίας της.
Ο τυχοδιώκτης, όμως, το αρνήθηκε: «Κυρά μου, εδώ που μ’ έφερε ο δρόμος μου, αυτά για τα οποία πρέπει να πολεμήσω δεν κερδίζονται με μαχαίρι. Κι αν φύγω πάλι στις ερημιές, θα μου είναι βαρύ και άχρηστο. Αυτά που ήθελα ήταν η θλίψη σου και η λάμψη σου, πολυτιμότερες από το βασίλειό σου…» Κι έφυγε, χωρίς τον σουγιά του και τη λάμψη που έκλεψε από τη λάμψη της. Με ευγένεια και ιπποσύνη.

Advertisements