Ήταν πάντοτε ο αγνωστικιστής στις παρέες. Γι’ αυτό και τους ξάφνιασε όλους εκείνο το βράδυ που περιχαρής άρχισε να απαγγέλει τον παρηγορητικό προς εαυτόν λόγο του:
«Πιστεύω τώρα πια και στον θεό. Προφανώς όχι στον δικό σας θεό. Ο δικός μου είναι ένας άλλος θεός, που έχει φτιάξει τον κόσμο για τις ανάγκες κάποιου πειράματος που κάνει – για άγνωστους, σε μένα τουλάχιστον, λόγους· προσπάθησα πολλές φορές να τους φανταστώ, αλλά συνεχώς κάτι μου διαφεύγει.
Ο θεός μου, λοιπόν, με αντιμετωπίζει σαν σταρ του σινεμά: διασκεδάζει με όσα σκέφτομαι και κάνω στη ζωή μου, καθώς και με όσα μου συμβαίνουν. Με παρακολουθεί συχνά με ενδιαφέρον, άλλες φορές με βαριέται. Πολλές φορές ταυτίζεται μαζί μου. Βιώνει μέσω εμού διάφορες καταστάσεις που ο ίδιος –στην κατάστασή του, ο καημένος– δεν μπορεί. Είμαι γι’ αυτόν, βεβαίως, αναλώσιμος. Όπως ακριβώς, είναι για εμάς αναλώσιμοι και οι αστέρες του σινεμά. Κάποια στιγμή τους βαριέσαι και θέλεις κάτι καινούργιο.
Η κατάσταση μοιάζει λίγο και με ριάλιτι σόου. Κλεισμένος σε αυτό το σύμπαν που δημιούργησε για τις ανάγκες του μυστηριώδους πειράματός του, εμφανίζω φυσικά κάποια συμπτώματα κατάθλιψης. Όπως οι έγκλειστοι των ριάλιτι που συγκινούνται με το παραμικρό. Και προσπαθώ να μην παρασυρθώ στο ανταγωνιστικό παιχνίδι του “φάτους πριν σε φάνε”: προσπαθώ μόνο να μη με φάνε… Όταν, παρ’ όλα αυτά, μου κόψουν κάνα κομμάτι, παριστάνω πως δεν το χρειαζόμουν. Έτσι κατέληξα σακάτης. Αλλά ο θεός μου με παρακολουθεί ως σακάτη, νομίζω, με ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι αρτιμελείς της παραγωγής θα πρέπει να εξυπηρετούν απλώς τις ανάγκες αναπαραγωγής του απαιτητικού σκηνικού. Οι πιο ενδιαφέρουσες, όμως, για τον θεό μου, ανατροπές προέρχονται, ασφαλώς από κάποιες εξαιρέσεις εκ των σακάτηδων που υπεραναπληρώνουν με επινοητικούς τρόπους τις ελλείψεις τους. Οι καλύτερες πατέντες γίνονται συν τω χρόνω κοινό κτήμα…»
Είχα αρχίσει να ταυτίζομαι μαζί του. Ήταν ο ίδιος, για λίγο, ο δικός μου θεός. Και ένα παρεκκλήσι του δικού του θεού.

Advertisements