Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας αητός. Μια αετομάνα, όμορφη, μοναχική και περήφανη, που πέταγε στα κορφοβούνια κι ανάσαινε ελεύθερα. Μέχρι που κουράστηκε και θέλησε, όπως και οι άλλες αετομάνες, να αποκτήσει παιδί: ένα αητόπουλο. Αλλά είχαν περάσει τα χρόνια της. Το μόνο που μπορούσε πια ήταν να υιοθετήσει κάποιο πετούμενο που της φάνηκε σαν αητόπουλο: να το πάρει υπό την προστασία της, να του μάθει πόντο – πόντο τους δρόμους τ’ ουρανού. Μόνο που το πετούμενο που της έλαχε ήταν ένα κοτόπουλο. Μπορεί να είχε φτερά, αλλά δεν πέταγε. Όπως και να ’ναι, σύντομα το αγάπησε, όπως αγαπάμε τα πλάσματα που, έστω και για λίγο, κάποτε, τα πήραμε υπό την προστασία μας και νιώσαμε το βαρύ φορτίο (ή τη γλύκα) να έχουν την ανάγκη μας. Επειδή λοιπόν το είχε ήδη αγαπήσει, σταμάτησε να πετάει κι αυτή. Μέχρι που αρρώστησε, γιατί οι αετομάνες πρέπει να πετάνε συνέχεια, κι αν σταματήσουν αρρωσταίνουν. Και τότε έφυγε για τα κορφοβούνια να πάει να πεθάνει μόνη της όπως πρέπει στους αητούς.
Εκεί, όμως, όλα αλλάξανε: αντί να πεθάνει, το πέταγμα στα κορφοβούνια, έστω και μισερό απ’ την αρρώστια, την έγιανε. Κι άρχισε πάλι να πετάει, μοναχική και περήφανη, και να ανασαίνει ελεύθερα. Και πετώντας, είδε από ψηλά το κοτοπουλάκι της να κάνει τα πρώτα του δειλά πετάγματα. Και κατάλαβε πως από την πρώτη στιγμή δεν είχε κάνει λάθος: ήταν πράγματι ένα αητόπουλο. Μόνο που δεν είχε μάθει πώς να πετάει: πώς να πετάξει πρώτα – πρώτα μακριά απ’ τους φόβους του. Γιατί, όταν ένα αητόπουλο φοβάται, δεν το ξεχωρίζει τίποτα απ’ τα κοτόπουλα. Κατάλαβε και κάτι ακόμα: τα κοτοπουλάκια είναι πιο γλυκά απ’ τα αητόπουλα και μπορείς εύκολα να τ’ αγαπήσεις. Για ν’ αγαπήσεις, όμως, ένα αητόπουλο πρέπει να ’ναι δικό σου κομμάτι, παιδί σου. Ή να μη φοβάσαι πια. Ούτε καν τα φτερά του, που κάποια μέρα θα το οδηγήσουν μακριά…

Advertisements