Βιαζόσουν πάντα. Από την εποχή που ήσουν πιτσιρίκος, σαν κάτι να σ’ έτρωγε, να σ’ έσπρωχνε να µεγαλώσεις γρήγορα. Αµέσως, εάν γινόταν.
Τα τελευταία χρόνια τα κατάφερες: κόπασαν οι εντός θύελλες, έστω και µε κάποια ßία, µε τεχνάσµατα και συναισθηµατικές χηµειοθεραπείες. Υποθέτεις, όµως, πως η κυρία αιτία είναι ότι γερνάς. Χρειάστηκαν πολλά, πάρα πολλά να κάνουν τον κύκλο τους για να µπεις στο σώµα σου και να πορευθείς µε τους ρυθµούς του. Να κάτσεις στη ßεράντα, χωρίς σκέψεις, µόνο µε την αίσθηση που αφήνει το ελαφρύ αεράκι στο πρόσωπο, µε µυριάδες κύτταρα να αργοσαλεύουν από το πέρασµά του. Με την επίγνωση πως υπάρχεις – στη ßεράντα του ασυνειδήτου σου. Το άγχος της ανυπαρξίας, το ευάλωτο της γνώσης, οι αδένες που παραπλανούν, όλα µπορούν να περιµένουν. Αύριο. Κάποτε. Ποτέ.
Όταν ßιάζεσαι, θυσιάζεις την τακτική. Το µόνο που µπορεί να σε σώσει είναι η όποια πίστη σου στον στρατηγικό σου στόχο. Δεν τον ξέρεις, ßέßαια. Ξέρεις µόνον πως υπάρχει. Σε κάποια στροφή του δρόµου θα ξεπεταχτεί µπροστά σου. Ίσως γι’ αυτό ακριßώς να ßιάζεσαι. Αλλά δεν έχει φανεί ακόµη. Είσαι ένας αιχµάλωτος τυφλός στρατηγός µε λανθάνουσα στρατηγική. Η στολή σου χωρίς διακριτικά. Τις νύχτες στο τολ, στα κρυφά, επαναλαµßάνεις µέσα σου τον αριθµό στρατολογικού µητρώου σου και τον ßαθµό σου. Όσα σε υποχρεώνει η Συνθήκη της Γενεύης. Καµιά υποχώρηση απέναντι στον ανακριτή του εχθρού. Δεν θα παραδοθείς. Μπορεί να παραιτήθηκες, να αιχµαλωτίσθηκες, να εξορίσθηκες, αλλά δεν θα υπογράψεις αυτή την καταραµένη δήλωση που σου ζητούν. «Όχι, δεν ανήκω εδώ», επαναλαµßάνεις την ιδεοληπτική προσευχή σου.
Όπως συµßαίνει µε τους ανθρώπους, θα αφήσεις κι εσύ πίσω σου λίγο φως. Σκόρπιες χειρονοµίες, σέπια στο ßλέµµα, µια αναπάντεχη αύρα στην καρδιά και στο µυαλό αυτών που ακολουθούν… Ένα ξωκκλήσι στην άκρη του δρόµου, σαν απειλή και σαν ελαφρύ χτύπηµα στον ώµο.

Advertisements