Η Καλλιδρομίου φοράει τη νύχτα στα μαλλιά της και έρχεται να με βρει. Είναι 1978 και τα πεζοδρόμια γυαλίζουν από την απογευματινή βροχή. Φοράω κι εγώ την περσινή μου αυτοπεποίθηση (έχει τριφτεί στους αγκώνες από τις σκέψεις) και βγαίνω να τη συναντήσω. Πόσες εικοσάχρονες αναπνοές μπορούν να κρύβονται στα φώτα ενός μπαρ! Οι ίδιες που σε ξεκουφαίνουν στα απόμερα σκοτάδια, κάτω από ένα δέντρο στη γωνία του δρόμου, σε μια σκοτεινή κρεβατοκάμαρα. Ήταν, βλέπεις, η εποχή που μόνον η έξαψη μπορούσε να μας λαχανιάσει.
Τώρα ξεφυλλίζω τα θραύσματα από τα ποιήματα της Σαπφούς. «Ο θάνατος είναι συμφορά· γιατί και οι θεοί μας έτσι πιστεύουν· ειδάλλως κι εκείνοι θα πέθαιναν». Πίνω και βλέπω τους δράκους μου να μεγαλώνουν, να χοντραίνουν και να γίνονται σχεδόν χαριτωμένοι. Mαθαίνω να αφοσιώνομαι, να βυθίζομαι σε ό,τι κάνω. Να θυμάμαι κι αμέσως να ξεχνώ τα πάντα. Αμήν.
Υπάρχει για τον καθένα ένα ποσό χαράς να αντλήσει από τη ζωή. Πάρε όσο μπορείς περισσότερο. Τώρα. Υπάρχει και ένα ποσό λύπης. Εάν μπορείς, το αποφεύγεις. Αλλιώς το αποδέχεσαι… Μάθημα είναι κι αυτό. Και καλό είναι, αν αντέχεις, να γνωρίσεις όλη την γκάμα. Ούτως ή άλλως, ο καλύτερος, ή μάλλον ο μόνος δάσκαλος είναι η ανάγκη.
Δεν έκανα οικογένεια. Δεν έκανα καριέρα. Δεν είμαι κάποιος στην κοινωνία – ούτε καν στην πολυκατοικία που μένω: ο διαχειριστής ξέρει μόνο τη φάτσα μου. Το έργο της ζωής μου είμαι εγώ. Η συνείδησή μου. Το ένστικτό μου που ακονίζω ακόμη. Ο πύργος μου στην άμμο. Κατέθεσα, χρόνια τώρα, το μερτικό μου στο ταμείο των ανθρωπίνων παθών (Αλήθεια, πόσες μέρες, πόσα χρόνια ξόδεψα, θυσία στα πάθη της καρδιάς!) Κι αύριο, βεβαίως, θα ξαναρχίσω να κυνηγώ ανεμόμυλους.
Βλέπω την ΤΙΜ να αναγγέλλει χαρούμενα: «Δεν υπάρχουν όρια». Δυστυχώς. Και τα είχα τόσο πολύ ανάγκη. Ανάβω τσιγάρο. Για να αφήσω πίσω καμένη γη…

Advertisements