Έμοιαζε πάντα να έρχεται από κάπου αλλού, ένα «αλλού» που όλοι ένοιωθαν πως δεν πρέπει να ήταν καλύτερος ή ευγενέστερος τόπος καταγωγής από το «εδώ» των υπολοίπων. Θα πρέπει να ήταν κάποιος ερημότοπος, κατοικημένος από αγριάνθρωπους, έτσι που ήταν χαρακωμένο το βλέμμα του. Η όποια ευγένειά του σίγουρα δεν πήγαζε από την καταγωγή – ίσως από την έλλειψή της. (Ας το εξηγήσουμε αυτό: Η ευγενής καταγωγή σημαίνει εγγενή δικαιώματα, αυτονόητες ευκολίες, νίκες που οφείλονται στον υπερεξοπλισμό. Σαν να κυνηγάς σπουργίτια με οπλοπολυβόλο. Η έλλειψή της σημαίνει πως πρέπει να παλέψεις με γυμνά χέρια με την αρκούδα και οι νίκες σου είναι ολόδικές σου. Όπως και τα όπλα σου. Μόνον τα τεχνάσματα του Οδυσσέα σου επιτρέπονται. Ακόμη, όμως, και αυτών των τεχνασμάτων η χρήση περιορίζεται από τον σεβασμό στην αρκούδα που χόρεψες μαζί της τον χορό της Εγγύτητας, καθώς και από το μέτρο της Εντιμότητάς σου, που πρέπει να κρατήσει καθαρό έστω το ένα σου χέρι, αυτό που θα αγγίξει την Πηνελόπη που κάποια μέρα ελπίζεις να συναντήσεις. Πρέπει να διαφυλάξεις τη στιγμή της επιστροφής στην Ιθάκη.)
Αυτός, λοιπόν, έμοιαζε να έχει κατέβει απ’ τα βουνά. Στη θάλασσα δεν έμπαινε ποτέ να κολυμπήσει (ίσως και να μην ήξερε καν κολύμπι), μόνο καθόταν και την κοίταζε με τις ώρες, σαν κάτι ξένο, αλλά και μαγικό. Σαγηνευτικό. Τα παιδιά μας γελούσαν μαζί του, του πέταγαν πέτρες και έφευγαν τρέχοντας, οι μεγάλοι δεν ξέραμε πώς να τον μετρήσουμε. Άλλοι τον δέχονταν σαν φιλοξενούμενο, άλλοι απλώς τον ανέχονταν και κάποιοι τρίτοι δεν ήθελαν καν τη γνωριμιά του.
Αλλά ζούσε ανάμεσά μας και φαινόταν σχεδόν να ευχαριστεί γι’ αυτό. Σαν να ’νοιωθε πως μας χρωστάει.
Κάποια μέρα αρρώστησε. Οι γιατροί είπαν κάτι για το ανοσοποιητικό, στο καφενείο έλεγαν πως μόνος του τρώει τις σάρκες του, αλλά εγώ ήξερα τι φταίει: είχε μολυνθεί από την ανθρωπιά των ανθρώπων.

Advertisements