Νατάσσα μου,

Είμαι εγώ, ο Κώστας σου, και τώρα πια που οι ανάγκες και το άγχος της καθημερινότητας μας έχουν πάρει από κάτω αναπολώ με νοσταλγία τις στιγμές που περνούσαμε παλαιότερα, μοναχούλια μας, εμείς και τα παιδάκια μας στην παιδική χαρά της Ραφήνας. Μακριά από αδιάκριτα μάτια. Αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα… Νατασσουλίνι μου, κάνε κουράγιο για τρία χρόνια ακόμη (μπορεί, αν δώσει ο Θεός, και λιγότερο).
Το ξέρω μωρό μου πως δουλεύεις σκληρά στο νοσοκομείο και πως κάθε μέρα δίνεις μάχη για να σώσεις ανθρωπινές ζωές. Αλλά μου λείπεις μωράκι μου και δεν σε βλέπω καθόλου πλέον. Εγώ στην ψησταριά, εσύ στην εντατική, δεν βλεπόμαστε καθόλου πλέον. Γι’ αυτό πήρα την απόφαση να σου γράψω αυτό το γράμμα, για να σου πω για την άθλια καθημερινότητά μου. Βλέπεις, κοντεύει ένας χρόνος από τότε που πήρα το καινούργιο το μαγαζί και έχει πέσει πάρα πολύ δουλειά. Πού να στα λέω!
Θυμάσαι πως ξεκινήσαμε με το μικρό το μαγαζάκι, εκείνη την τρύπα στην Ρηγίλλης, 2 επί 3 και η αγάπη μας, εγώ στα σουβλάκια, εσύ στα πιάτα. Ήταν όμορφα, όμως. Ενώ τώρα, με πνίγουν οι υποχρεώσεις, οι προμηθευτές, η αγορανομία, οι νταβατζήδες… Α! Θα το ξέχναγα… Μωράκι μου, μπορείς να είσαι περήφανη για τον Κώστα σου! Προχθές μπουκάρησαν στο μαγαζί και ήθελαν να μου πουλήσουν προστασία πέντε γνωστοί νταβατζήδες της περιοχής, ξέρεις ο Σωκράτης ο Κοριός, ο Μπόμπος ο Μάστορης, ο Γιάννης ο Βραδύς, ο Χρήστος ο Μουζικάντης και ο Κίτσος η Τυπάρα, και μου ζητούσαν μερίδιο από τις εισπράξεις. Με κρατούσαν οι σερβιτόροι να μη μουντάρω και τους σακατέψω.
«Εγώ είμαι ο Κώστας, παλικαράκια, και δεν σηκώνω νταβατζιλίκια», τους είπα περήφανα. «Ως εδώ. Κομμένοι».
Λουφάξανε, μωρό μου. Ο ένας τους κατουρήθηκε από την τρομάρα του. Αφού με ξέρεις Νατασσούλα μου, εγώ το μόνο που θέλω είναι να φάει ο λαός ένα μερακλίδικο πιάτο φαΐ. Από χέρια καθαρά, με αγνά υλικά, χωρίς συμβιβασμούς και δεσμεύσεις σε ύποπτους προμηθευτές. Να μπορούν όλοι οι Έλληνες να φάνε ένα πιάτο κεμπάπ χωρίς να φοβούνται μη δηλητηριαστούν από ξένα και αντεθνικά συμφέροντα.
Αλλά δεν βοηθάνε και τα παιδιά εδώ στο μαγαζί. Ο Βαγγέλης, που έχει αναλάβει και το παίζει ινστρούχτοράς τους όλο μου παραπονιέται: «Έλα ρε Κώστα, δικά μας παιδιά είναι. Αυτά, τα δικά μας τα παιδιά είναι που σε στηρίξανε τόσα χρόνια που δεν πάταγε άνθρωπος στο μαγαζί». Και τι να του πω – ότι δεν έχει δίκιο; Ότι δεν με στηρίξανε; Αφού τους την έχω την υποχρέωση. Καταλαβαίνεις Νατασσούλα μου, είναι δύσκολη η θέση μου και στενάχωρα τα παπούτσια που φορώ ( αλήθεια, τώρα που είπα για παπούτσια, τα στιβάνια που μου ’φερε η Μαρίκα από την Κρήτη, που τα έχεις βάλει; )
Εκείνος που μου σπάει τα νεύρα, όμως, είναι ο αυτός ο λίγδας, ο «Ντιντής» ο Αβρωμόπουλος. Με τέτοιο όνομα και ήθελε να κάνει και δικό του μαγαζί… Κι αυτό που μου τη δίνει ακόμη περισσότερο είναι που σου κρυφοαρέσουν κι εσένα τα Παρίσια του, τα χειροφιλήματα και τα πατέ του. Που τον πήρα πάλι πίσω και του ’δωσα ένα πιάτο φαΐ, του λιμοκοντόρου. Δε λες πάλι καλά που ξέρει δυο ψωροαγγλικά και τα πάει καλά με τους τουρίστες. Ας είναι. Εγώ, μπορεί να μην σου φιλώ το χέρι, αλλά, το ξέρεις, μπορώ να κάνω τα πάντα για σένα. Και πρωθυπουργός μπορώ να γίνω που λέει ο λόγος, αρκεί να σουρώσεις τη μυτούλα και να μου το ζητήσεις. Κατεργάρικο.
Πότε θα τελειώσει το αγροτικό σου, αγάπη μου; Έχουμε πιάσει κοριούς εδώ μέσα. Όλο λέω στα κορίτσια (ξέρεις, τη Μαριέτα, τη Φάνη, τη Ζέτα, κι εκείνο το παρτσακλό το μικρό, την Έλενα), να έρθουν να καθαρίσουν λίγο και στο σπίτι, αλλά κάνουν πως δεν άκουσαν. Να μην σου πω για την άλλη, την Ντόρα. Ούτε στο τηλέφωνο δεν βγαίνει, από τότε που της έδωσα με franchise εκείνη την καντίνα με τα βρώμικα στη Κοτζιά. Το έχει πάρει πάνω της και μας το παίζει επιχειρηματίας. Σιγά να μην έφτανε το προικώο που σκότωσε στο Στάδιο για να ανοίξει δικό της μαγαζί.
Έβαλα τώρα και μουσικό πρόγραμμα! Καθ’ εκάστην! Όταν έχουμε τις συνεστιάσεις του συλλόγου «Διπλή Πίτα με Σταυρό» του Στέλλιου του Παπαλεβέντη, τραγουδάνε ντουέτο ο Παναγιώτης Καρβελιάδης κι ο Σπανός Σταματουδάκης. Κι όταν έρχονται οι δικοί σου οι κουλτουριάρηδες ο Λουδοβίκος των Υπογείων με τον Γιάννη Κότσιφα. Δόξα τω Θεώ, καλά πάει το μαγαζί. Τόσα στόματα ταΐζει…
Αλλά, μου λείπεις εσύ. Δε λες πάλι καλά που έχω και το Θοδωρή και τα λέμε και μου φεύγει το μαράζι, που είναι και γραμματιζούμενο παιδί και τα λέει και ωραία… Μεγάλη δουλειά το πτυχίο στον άνθρωπο, Νατασσούλα μου, σε θαυμάζω που εσύ έχεις πολλά! Και τα δίδυμα πρέπει οπωσδήποτε να σπουδάσουν!
Άλλα νέα είναι που έβαλα ψήστη τον Προκόπη (τίμιο παλικάρι και δεν φοβάται την δουλειά) και πήρα και τον ξάδελφο το Μιχαλάκη τον καλλιτέχνη, τον ανεπρόκοπο (χάρη στον μακαρίτη τον θείο, τον ιδρυτή της ψησταριάς). Τον πήρα στο μαγαζί να προσέχει τους ντελιβεράδες και τα δρομολόγια, έτσι, να λιγδώσει το αντεράκι του και αυτουνού. Μόνο με τον Σπήλιο τον Πιλότο, το ντελίβερι μπόι δεν τα πάει καλά, γιατί όλο τον κλέβουνε στα ρέστα και όλα τα φιλοδωρήματα τα κρατάει για την πάρτη του, ενώ έχουμε πει ότι στο τέλος της βραδιάς θα τα μοιράζονται μεταξύ τους. Έβαλα και τον Γιωργάκη τον Μαυροσκούφη στο ταμείο. Μόνο που όλο τα κλείνει τα βιβλία και όλο ανοιχτά τα βρίσκω. Κάθε βράδυ όταν κλείνει το μαγαζί ξαναμετράει τα μαχαιροπήρουνα, τα λαδόξιδα και τις αλατοπιπεριέρες. Κολλημένος, σου λέω! Αλλά γρατζουνάει και την κιθαρίτσα, διασκεδάζει και τους πελάτες – ας είναι.

Σε φιλώ
ο Μπουλούκος σου

Advertisements