«Η Α. είχε δίκιο. Γιατί ένοιωθε αυτά που λείπουν. Πάντα οι γυναίκες ξέρουν τι λείπει. Και πάντα οι γυναίκες ξεγελούν τον εαυτό τους. Η Α. που νόμιζε πως κάθε πληγωμένο αγοράκι παριστάνει τον κόκκορα. Που έβαζε συρματοπλέγματα γύρω της. Είχε δίκιο: κάτι έλειπε. Αλλά πάντοτε κάτι δεν λείπει; Πάντοτε κάτι δεν μας εμποδίζει να συναντηθούμε; Πάντοτε το χέρι που απλώνουμε δεν είναι λίγο πιο κρύο ή πιο ζεστό από όσο πρέπει;
Κάτι μέσα μας δεν ταιριάζει. Πάντα κάτι περισσεύει. Μια χαρά τα φέρνουμε βόλτα στο μυαλό μας, μια χαρά ξαναμαθαίνουμε την επιθυμία μας. Και πάντοτε κάτι άλλο να φέρνει η ζωή στην αυλή μας. Κάτι στρουμπουλό, ξένο, ενδιαφέρον, αλλά όχι το δικό μας. Πάντα κάτι λιγότερο. Πάντα κάτι να λείπει. Και μερικές φορές κάποιος να μοιάζει το υπόλοιπο. Να μοιάζει αυτό που λείπει για να ξαναγίνει ο κόσμος ολόκληρος. Να μοιάζει η απάντηση στο ερώτημα που δεν έχεις καταφέρει ακόμη να αρθρώσεις.
Αλλά ψάχνουμε σε λάθος μέρη. Υπάρχουν μέρη που μπορούμε να βρούμε την αλήθεια μας. Αλλά τα αποφεύγουμε. Γιατί περιλαμβάνουν μοναξιά και σιωπή. Προ πάντων σιωπή. Ένας διάδρομος νοσοκομείου, λόγου χάριν, νύχτα και με το πράσινο των τοίχων να θολώνει ή να καθαρίζει τον νου σου – το ίδιο κάνει».
Τα είπε μαζεμένα και πήρε μια ανάσα πριν ξανασηκώσει το ποτήρι της. Την κοίταξα χωρίς να πω τίποτα. Πήγα και κάθισα δίπλα της και της χάιδεψα τα μαλλιά. Έγειρε κι ακούμπησε το πρόσωπό της στη στήθος μου. Σε λίγο ένοιωσα την μπλούζα μου, εκεί που ακουμπούσε, να υγραίνει… Κάτι θλιμμένο σκίρτησε μέσα στην καρδιά μου.
Θυμήθηκα την Α. και σκέφτηκα πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι φτιαγμένοι για να αντέξουν στις μικρές απλές χαρές. Που για να είναι καλά και να γαληνέψουν, πρέπει να χάσουν την ψυχή τους. Την κάπως αυτοκαταστροφική.

Advertisements