Πιστεύουμε ότι τα αστέρια μας κοιτάνε. Άραγε, σκέφτηκε κανείς πως μπορεί αυτό που βλέπουμε να είναι ο κώλος τους; Μπορεί να είναι ξαπλωμένα μπρούμυτα. Ή να στέκονται και να κοιτάνε κάποιον τοίχο. ( Τιμωρημένα. Εσύ ξέρεις τον λόγο για όλες τις τιμωρίες που έχεις φάει; )
Εμείς κάπου πίσω τους, να θαυμάζουμε τη μαρμαρυγή του κώλου τους. Και να γράφουμε ποιήματα: του κώλου των αστεριών. Γι’ αυτό σου λέω, καλά κάνει ο Μεγάλος που τους γυρίζει τον δικό του και πηδάει ότι τύχει να βρεθεί από κάτω του… Που διπλοπαρκάρει όπως στρίμωχνε θριαμβευτικά την Ελενίτσα στον τοίχο της αυλής του δημοτικού. Που διεκδικεί τα δικαιώματά του απ’ όσα του χρωστάνε οι άνθρωποι, η κοινωνία, οι θεοί – ο κόσμος ολόκληρος. Που όποτε μπορεί «κάνει τη δουλειά του». Καλά κάνει. Τι να τα κάνει τα ανασκολοπισμένα αστέρια;
Μόνο εσύ επιμένεις ακόμη. Να τα βλέπεις όλα ανάποδα, και τον γυαλό και τ’ αστέρια που μαζί τους αρμενίζεις· κι ας σε πάνε στο πουθενά. Εσύ πιστή: αποτίεις τιμές στον κώλο των αστεριών, θύεις και απολύεις την Ιφιγένειά σου στο κάλεσμα που αντιλαλεί στον νου σου, ομνύεις στο νόημα που δεν έχεις βρει ακόμη.
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, μάτια μου: για την πίστη που μαζί σου μαθαίνω να ψελλίζω τ’ όνομά της. Πλάθω κουλουράκια και μπαστουνάκια με την πλαστελίνη των λέξεων μπας και πιστέψω επιτέλους σε κάτι κι εγώ. Έρχομαι και στα δείχνω με κρυφό καμάρι, καραδοκώ με αδιαφορία τις εκφράσεις σου καθώς περιεργάζεσαι με απορία τα παιχνίδια αυτού του παράξενου παιδιού.
Δεν πειράζει. Λίγη απ’ την πίστη σου θέλω να σου κλέψω. Όση σου περισσεύει. Δεν είναι το χάδι στο κεφαλάκι που χρειάζομαι — παραμεγάλωσα… Αυτό που θέλω, μάτια μου, είναι γυρίζοντας από τη δουλειά, να μου φέρεις τσιγάρα και καμιά αγκαλιά γιατί ξέμεινα πάλι. Ξέρω, μου κάνουν κακό. Και τα δυο…

Advertisements