Του πήρε πολύ καιρό να την ξεριζώσει από μέσα του. Και έμοιαζε με συναισθηματικές χημειοθεραπείες. Υπάρχουν, βλέπεις, κι αγάπες που πεθαίνουν μόνο με αυτόν τον τρόπο. Και αφήνουν πίσω καμένη γη. Τω αγνώστω εχθρώ…
Υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που για να σταματήσουν ν’ αγαπούν πρέπει να σκοτώσουν τα πάντα μέσα τους. Εκείνος δεν μπορούσε να βρει άλλον τρόπο να σταματήσει την συναισθηματική καταιγίδα. Έπρεπε να επιβιώσει. Για καιρό περνούσε αδιάφορος μπροστά από το σπίτι της (τον είχε φέρει ο δρόμος του, κάτι δουλειές που είχε να κάνει εκεί κοντά) και έριχνε μόνο μια ματιά πριν συνεχίσει τον δρόμο του. Ήταν και κεντρικός ο δρόμος και δεν άκουγε καλά. Δεν άκουγε τη φωνή μέσα του που τραγουδούσε βουβά στο κλειστό παράθυρό της. Όταν ήταν νέος δεν μπορούσε να αντέξει στην ιδέα ότι κάποιο αγαπημένο πρόσωπο πονάει. Tώρα πια είχαν αλλάξει οι ρόλοι· τη χρησιμοποιούσε αυτός: τρόπαιο ματωμένο, στον τοίχο κρεμασμένο. Καιρό πριν, είχε μάθει να χαρίζει απλόχερα στη γυναίκα εντός του χωρίς κρατάει τον λογαριασμό. Αδιαφορώντας για τον φόβο του. Αδιαφορώντας για τις προδοσίες που ήξερε πως θα ερχόντουσαν. Είχε αποκτήσει το κουσούρι πια. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως τώρα πια όλα αυτά γινόντουσαν μόνο μέσα του. Αυτή δεν έπρεπε να καταλαβαίνει τίποτα. Εν κρυπτώ. Αυτή ας ζούσε στο δικό της παραμύθι: το κοριτσάκι του μπαμπά…
Παρακολουθούσε προ ημερών κάποια νεαρά κορίτσια να χορεύουν. Σε κάποια σχολή χορού. Και του άρεσε που γέρασε. Που μπορούσε πια να βλέπει την κίνηση του ποδιού και να του αρέσει, τη θηλυκή χάρη, την ομορφιά τους. Που δεν ήταν πια ένας νέος που ήθελε να αγγίξει, να κυριεύσει… Του άρεσαν οι λεπτότερες αποχρώσεις στις οποίες αναγκάζεσαι να εντρυφήσεις όταν η δύναμη σε εγκαταλείπει. Όπως μπορείς να εκτιμήσεις την μπουκιά που τρως μόνον όταν σιγάσει η πείνα. Και τα ερωτικά πάθη. Και μπορείς πια να αγαπάς τα πράγματα…

Advertisements