Όλα κάποια στιγμή αδειάζουν και πρέπει να τα ξαναγεμίσεις από την αρχή. Κι έρχεται η στιγμή που συμβαίνει… Δεν συμβαίνει ξαφνικά — εσύ είσαι που ξαφνικά το καταλαβαίνεις.
Η στάμνα έχει σπάσει από καιρό. Πάει κι έρχεται στη βρύση εδώ και καιρό στεγνή. Ναι, είναι αλήθεια, πρέπει να ξέρεις πώς να τελειώνεις τα πράγματα. Να φεύγεις πριν αρχίσει να αλλάζει το βλέμμα της, πριν ραγίσει για πρώτη φορά το ασπράδι των ματιών της.
Ο χρόνος είναι εχθρός. Πάντα είναι εχθρός. Μόνον όταν φεύγεις είναι σύμμαχος, τότε είναι στο πλευρό σου, να σε συμβουλεύει. Και κάθε μέρα που περνά, κατάθεση στο λογαριασμό σου…
Τώρα, Μαύρος Καβαλάρης κουρσεύει τη γλύκα από το βλέμμα της. Μαύρα σύννεφα μαζεύονται στο σαλόνι. Κουφόβραση διαπερνά τα λόγια της. Αστραπές κάθε τόσο στο χωλ, κι ας μην έχει ξεσπάσει ακόμα η μπόρα. Κουβέντες που θα ήθελαν να μην έχουν ειπωθεί. Κι άλλες πολλές που δεν ειπώθηκαν ακόμη. Κι άλλες που σαπίσανε στριφογυρνώντας κλειδωμένες. Τόσες πολλές κουβέντες, κι όμως δεν σκεπάσαν τη σιωπή.
Σιγά σιγά τα θλιμμένα βράδια στριμώχνονται στο βάθος του ορίζοντα να πάρουν τη σειρά τους. Θα έρθουν κι αυτά στην ώρα τους — το μόνο ραντεβού που ποτέ δεν θα σε στήσει. Η ερημιά θα πάρει ούτως ή άλλως το μερτικό της από τις μέρες σου.
Και μετά η βροχή. Εκείνο το απόγευμα η βροχή ξέπλυνε ό,τι είχε απομείνει από σένα. Όλα καθαρίσανε και μοιάζανε καινούργια. Αλλά και χωρίς καμιά γεύση. Η πόλη με τα κίτρινα φώτα έμοιαζε σαν μια χαζή ιδέα που πέρασε χωρίς λόγο απ’ το μυαλό μου.
Κράτησες το σαλόνι κι όλα τα δωμάτια. Να τους βρεις καινούργιες χρήσεις, να τα ντύσεις με άλλες ατμόσφαιρες, πιο δικές σου ή πιο ξένες κι απ’ τους δυό μας… Στην διακόσμηση ήσουν πάντα καλή. Για τους εσωτερικούς χώρους δεν ξέρω.

Advertisements