O Mπάμπης κοίταξε αγουροξυπνημένος το ξυπνητήρι που χτυπούσε σαν δαιμονισμένο. Είχε πάει δώδεκα. «Έγινα δημοσιογράφος. Κοιμάμαι σαν δημοσιογράφος», σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Το προηγούμενο βράδυ είχαν πάει μετά το κλείσιμο της εφημερίδας στα μπαράκια. «Είναι θεσμός», του είπε ο Γιώργος, ο αρχισυντάκτης (στα ελληνικά). «Κι εγώ έπινα μόνο πορτοκαλάδα, μέχρι που έγινα δημοσιογράφος… Δε βαριέσαι. Αρχισυντάκτης χωρίς μπουκάλι στο συρτάρι του είναι σκορδαλιά χωρίς…»
«Μα με πειράζει στο στομάχι», τον διέκοψε ο Μπάμπης.
«Θα πάμε τα χαράματα στην Ομόνοια για γιαούρτι με μέλι», του αντέτεινε ο Γιώργος.
Μια απειλητική σκιά φτερούγισε στον νου του Μπάμπη, αλλά δεν μπόρεσε να προσδιορίσει από πού ένοιωθε τον κίνδυνο να πλησιάζει… «Γιαούρτι με μέλι», σκέφτηκε. «Αυτό θα μου κάνει καλό μετά τα ξίδια και την κραιπάλη».
Καθησυχασμένος, ρώτησε τον Γιώργο ποιοι άλλοι θα ερχόντουσαν μαζί μετά το κλείσιμο.
«Απόψε θα έρθει μαζί μας και ο Αναξιόπιστος. Ο διευθυντής μας, ο Κώστας. Εσύ είσαι δικός μου άνθρωπος και μπορώ να στο εκμυστηρευθώ. Απόψε θα τον διαβάλω για τα καλά. Είναι ευκαιρία σήμερα. Θα το παίξω συναινετικά για να τον χαλαρώσω, «Κώστα μου εσύ, τσίφτη μου, όλοι μαζί θα πατάξουμε τη διαπλοκή, θα τα βάλουμε με τους Αμερικάνους, θα πάρουμε την Κύπρο, την Κόκκινη Μηλιά, ό,τι πεις εσύ Κώστα μου», μέχρι να τον μεθύσω. Μετά το μπαρ, που θα πάμε στου Μπαϊρακτάρη για κεμπάπ, μπορεί να του ξεφύγει καμιά κουβέντα… Καταλαβαίνεις… Ε! Ρόμπα θα τον κάνω!»
«Καλά, μόνο τον Κώστα έχεις εσύ στο μυαλό σου; Ποιοι άλλοι θα είναι μαζί σε ρώτησα…»
«Μερικά από τα δικά μας παιδιά, της εφημερίδας εννοώ, κι ένας δημοσιογράφος από άλλη εφημερίδα, ο Γιώργος ο Ανδρουτσόπουλος. Παλιός συνάδελφος. Μερικοί λένε πως αβαντάρει τον Κώστα, άλλοι πως το παίζει ανεξάρτητος στον χώρο μας, άλλοι πως είναι βαλτός από τον Μπλιάκο της Αγροτικής… Άντε βγάλε άκρη… Θα δούμε τι θα κάνουμε και μ’ αυτόν απόψε. Βλέποντας και κάνοντας…»
«Εεε… Η Δώρα… θα έρθει;», ρώτησε διστακτικά ο Μπάμπης.
«Μα εσύ κοκκίνησες! Μπάμπη… Ψήνεται τίποτα με τη Δώρα Βακογιάννη;»
«Εεε… Όχι τίποτα! Να, λέω… Θα έχει γυναίκες η παρέα απόψε; Μη βγούμε σαν τα μπακούρια…»
«Μπάμπη, πρόσεξε! Ξέρεις πολύ καλά πως η Δώρα Μπακογιάννη δεν θα γύριζε ούτε να κοιτάξει έναν διορθωτή. Μια γυναίκα της δικής της τάξης, με το δικό της λεπτό γούστο, ψηλή και με τα μαλλιά της να ανεμίζουν στο αγέρι της Βασιλίσσης Σοφίας… Αποκλείεται! Θα ήσουν προσβολή για την αισθητική της!»
«Έχεις δίκιο», ψέλλισε ο Μπάμπης συντετριμμένος. «Αλλά αν έγραφα, αν μου έδινε ο Κώστας μια ολόδική μου στήλη, με την υπογραφή μου και τη φωτογραφία μου, τότε ίσως να είχα κάποια ελπίδα… Μου τη δίνει αυτή η γυναίκα… Κι ας γράφει κοσμικά… Ο άντρας πρέπει να κάνει και κάποιες θυσίες στον έρωτα πότε – πότε…»
«Μπάμπη, άφησέ το σε μένα. Βοήθησέ με εσύ να φάω τη θέση του Κώστα και η στήλη είναι δική σου! Με την υπογραφή σου και τη φωτογραφία σου. Δίστηλο! Μην κοιτάς τα γκάλοπ. Είναι νωρίς ακόμα. Λίγο θέλω ακόμη για να κερδίσω την εμπιστοσύνη του χρηματοδότη. Εγώ κι εσύ Μπάμπη θα τα καταφέρουμε! Μαζί θα σηκώσουμε τον πράσινο ήλιο πάνω από την εφημερίδα!»
«Τι έπαθε ο ήλιος; Βρήκαν μούχλα και στον ήλιο;»
«Τρόπος του λέγειν, Μπάμπη. Σ’ αρέσει αυτό το γαλάζιο στους τοίχους της εφημερίδας; Έτσι και γίνω διευθυντής θα τα βάψουμε όλα πράσινα. Το χρώμα της ελπίδας. Άλλωστε η μούχλα σε προχωρημένο στάδιο μπλεδίζει. Στην αρχή είναι πρασινωπή…»
«Πράσινοι τοίχοι… Σα νοσοκομείο θα γίνουμε…», αποτόλμησε ο Μπάμπης.
«Ναι, αλλά ένα ράντζο θα είναι ολόδικό σου», του πέταξε ο Γιώργος και του έκλεισε το μάτι.
Προχώρησαν μαζί μέχρι το γραφείο του Κώστα, το «Μαξίμου» όπως το έλεγαν μεταξύ τους ειρωνικά… Ο Κώστας μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Οικονομικό Διευθυντή της εφημερίδας, τον Γιώργο Μουλοσκούφη.
«Η τιμή της εφημερίδας δεν πρόκειται με τίποτα να αυξηθεί! Δεν θα το επιτρέψω εγώ! Τι πάει να πει ΦΠΑ και DVD και έξοδα; Ο λαός θέλει να διαβάζει την «ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ» με ένα ευρώ! Όπως του το υποσχέθηκα από πέρυσι.
«Ενάμισι ευρώ, Κώστα! Δεν ξέρεις πόσο κάνει η εφημερίδα;» άκουσαν τον Μουλοσκούφη από την συνακρόαση.
«Σε βάθος τετραετίας θα γίνει ένα ευρώ, Γιώργο! Θα τηρήσω τη δέσμευσή μου στο ακέραιο!»
«Μα κάναμε απογραφή στις αποθήκες και δε βγαίνουμε, Κώστα!», ακούστηκε στη γραμμή ο Μουλοσκούφης με σπασμένη φωνή από την αγωνία.
«Θα μειώσουμε δραστικά τις σπατάλες», είπε αποφασιστικά ο Κώστας. Απόψε δεν θα πάμε στου Μπαϊρακτάρη! Θα πάρουμε σάντουιτς από την καντίνα με τα βρώμικα!»
«Ξέρεις, Κώστα, πόσο πήγε το σάντουιτς στην καντίνα από πρώτη Απριλίου; Το σερβίρουν μπουκίτσα πάνω σε μαρούλι, όπως στο Παρίσι, Κώστα».
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην αίθουσα ο Γιώργος Ανδρουτσόπουλος.
«Πού πάμε, Κώστα;» ρώτησε με τη βαριά φωνή του. Μια παγωμένη σιωπή έπεσε στο γραφείο. Όλοι περίμεναν με κομμένη ανάσα το αποφασιστικό χτύπημα του Ανδρουτσόπουλου, αυτό που είχαν ακούσει από τους παλιούς δημοσιογράφους πως έπρεπε να προσέχουν. Και να φυλάγονται. Ακόμα κι ο Κουρής είχε σωπάσει για δέκα ολόκληρα δευτερόλεπτα περιμένοντάς το…
«Απόψε το βράδυ, εννοώ…», πρόσθεσε ο Ανδρουτσόπουλος και όλοι χαλάρωσαν και χασκογέλασαν ανακουφισμένοι.
«Γιώργο μου, σε κλείνω. Θα δούμε τι θα κάνουμε. Βλέποντας και κάνοντας», είπε ο Κώστας στον Μουλοσκούφη.
Γύρισε κι αγκάλιασε με το γλυκό χαμόγελό του τον Ανδρουτσόπουλο. Το πάντα γλυκό χαμόγελό του έγινε αυτή τη φορά λίγο πιο πλατύ για να μπορέσει να αγκαλιάσει τον Ανδρουτσόπουλο… Πολύ πιο πλατύ… Έμοιαζε με χάχα πια και σοβάρεψε. Το χαμόγελό του δεν θα κατάφερνε ποτέ να αγκαλιάσει τον Ανδρουτσόπουλο. «Γιώργο, απόψε θα πάμε στη Σεμίνα! Περνάμε οικονομικά ζόρια τελευταία και τελικά το μαγαζί της Σεμίνας είναι το πιο φτηνό. Τι λέω; Τζάμπα είναι! Και αποκτάμε και πιο φιλολαϊκό προφίλ! Δεν είδες τον Αβραμόπουλο; Σαν τον Παπαμιχαήλ στη σκαλωσιά ήτανε!».
Ο Ανδρουτσόπουλος άναψε την πίπα του και τα μάτια του χαμογέλασαν: «Και θα δημοσιεύσω ό,τι θέλω στα δικά μου κοσμικά. Σύμφωνοι;»
«Εάν δεν γράψει το κομμάτι ο Ρόδης είμαστε σύμφωνοι. Δεν θέλω να μπω δίπλα στην Καλομοίρα που με είπε “Καλάπα”. Ας το γράψει η Αβρούσιν. Αυτή, μάλιστα! Ο Ρόδης δεν έχει μπλε ανταύγειες…»
«Φύγαμε!», είπε ο Ανδρουτσόπουλος κι έκανε νόημα στον Γιώργο και τον Μπάμπη.
Η νύχτα ήταν μπροστά τους. Βλέποντας και κάνοντας. Άλλοι κυβερνήσανε έτσι, αυτοί δεν θα έβγαζαν μια νύχτα;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Στο επόμενο: Ο Κώστας τα σπάει στο μαγαζί της Σεμίνας ενόσω ο Γιώργος βυσσοδομεί. Ο Μπάμπης γράφει ένα υπαρξιακό κείμενο για το ντεκολτέ της Σεμίνας και ο Νικήτας Κακλαμάνης παίρνει μέτρα για το χανγκόβερ και τα βρώμικα στις καντίνες. Ο Ρόδης προπηλακίζει την Αβρούσιν. Μην το χάσετε!

Advertisements