Κυκλοφορούν γύρω μας χωρίς να πολυφαίνονται. Στο βάθος του μυαλού τους, στοιβάζονται η μια πάνω στην άλλη κουβέντες που δεν βρήκαν τον δρόμο τους. Ακίνητες, κουλουριασμένες, δηλητηριάζουν τις μέρες τους, τις νύχτες τους, τις χαρές τους.
Μοιάζουν με όλους τους άλλους, είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. Δεν ξεχωρίζουν. Αλλά τους τρώνε κάποιες κουβέντες που δεν είπαν όταν έπρεπε, κάποιες λέξεις που τις σκέπασαν άλλες λέξεις, αταίριαστες. Και οι αταίριαστες λέξεις στοιβάχτηκαν και έφτιαξαν χαρακώματα ανάμεσα σε αυτούς και τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Μισούν αυτές τις παράταιρες λέξεις που έκλεψαν τη θέση των σωστών, των δικών τους, που, όμως, δεν τις είπαν. Τους ξέφυγαν οι άλλες. Και μαζί τους ξέφυγε η ζωή τους.
Πήρε δικό της δρόμο.
Οι περισσότεροι σιωπούν, ίσως λίγο πεισμωμένοι. Κάποιοι, λιγότεροι, δεν μπορούν να τις κρατήσουν μέσα τους και μιλούν μονάχοι στους δρόμους, ανασκευάζουν επιχειρήματα αόρατων συνομιλητών, τους εξηγούν τεκμηριωμένα τις θέσεις τους, εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους στα πεζοδρόμια.
Θέλω να τους πω ότι δεν πειράζει, μετρούν πιο πολύ οι δικές τους λέξεις παρά εκείνες που τρύπωσαν στη ζωή τους και τη λεηλατούν. Αλλά, εννοείται, δεν θα με ακούσουν. Οι κουβέντες στο κεφάλι τους κάνουν πολύ φασαρία. Ένας ορυμαγδός λέξεων σκεπάζει τα πάντα.
Περπατώ λαθραία δίπλα τους και ακούω προσεκτικά. Φράση τη φράση τους, ανασυνθέτω καυγάδες, καταστάσεις, συναισθήματα. Ακούω ιστορίες. Μέσα στις αντιρρήσεις τους υποφώσκει η altera pars. Το δράμα είναι ολοκληρωμένο, η κάθαρση είναι που δεν έρχεται ποτέ. Η στιγμή της πέρασε ανεκμετάλλευτη κι άφησε πίσω της λέξεις χτυπημένες και εκδικητικές σιωπές.
Πρέπει να προχωρήσω ― καρφώνομαι έτσι σιγά που περπατάω για να μπορώ να ακούω. Στη στάση ανεβαίνω στο τρόλεϊ. Στις πρώτες θέσεις, δυο γυναίκες μιλούν ακατάπαυστα. Στο βάθος, μερικοί νεαροί απολαμβάνουν τη φασαρία που κάνουν και το ακροατήριο που εκόν άκον λούζεται την περίσσια τεστοστερόνη. Ούτε οι λέξεις ούτε οι στιγμές τους απειλούν. Ακόμη.

Advertisements