Ο Μπάμπης γύρισε πλευρό στο κρεβάτι του, εντελώς ξύπνιος πια, και έφερε σιγά σιγά στο νου του τα γεγονότα της προηγουμένης. Στο μαγαζί της Σεμίνας είχε γίνει χαμός τελικά! Ο αρχισυντάκτης, ο Γιώργος, είχε υιοθετήσει με πανουργία μια καινούργια τακτική: «Μια λαδάτη, δυο ξιδάτες», την έλεγε η γιαγιά του Μπάμπη. Τη μια συναινετικός με τον διευθυντή της εφημερίδας, τον Κώστα, την άλλη του έκανε κριτική με στυλ που θύμιζε πρασινοφρουρό συνδικαλιστή της δεκαετίας του ’80. Τον εξωθούσε, αργά αλλά σταθερά, έξω από τα ρούχα του. Ο μισός Κώστας είναι αλήθεια πως περίσσευε ήδη έξω από τα ρούχα του, αλλά ο Γιώργος το είχε βάλει σκοπό να βγάλει και τον υπόλοιπο! Και ο Κώστας, λίγο το πιοτό που ήταν δυνατό και βάραγε στο κεφάλι (όπως σε όλα αυτά τα ύποπτα μαγαζιά), λίγο οι ύπουλες κουβέντες του Γιώργου, άρχισε να χάνει τον έλεγχο… Με το πουκάμισο μισοκρεμασμένο έξω από το παντελόνι και λυμένη γραβάτα, κρατώντας ένα μπουκάλι και με ένα τσιγάρο κρεμασμένο στο στόμα, δεν θύμιζε πια σε τίποτα τον παλιό Κώστα που όλοι στην εφημερίδα είχαν αγαπήσει…
«Μαζί θα χτυπήσουμε τη διαπλοκή», του ψυθίριζε στο αυτί ο Γιώργος. Ο Κώστας ένοιωθε ασφάλεια. Είχε επιτέλους κάποιον που μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί του! Να αγωνιστούν μαζί για ένα καλύτερο αύριο γι’ αυτήν την εφημερίδα! Αυτός κι ο Γιώργος θα έβαζαν τέλος στους διχασμούς του παρελθόντος, τότε που οι μισοί συντάκτες βυσσοδομούσαν εναντίον των άλλων μισών. Οι οικονομικοί και οι καλλιτεχνικοί συντάκτες, οι «Πράσινοι» όπως τους έλεγαν, υπονόμευαν τους πολιτικούς και τους αθλητικούς, τους γνωστούς και ως «Γαλάζιους». Αλλά κι αυτοί δεν πήγαιναν πίσω. Ήταν γνωστό πως οι Γαλάζιοι συντάκτες είχαν κατασκηνώσει έξω από το γραφείο του Διευθυντή και μόλις ο Κώστας ξεμυτούσε στο διάδρομο του έδειχναν τα άρθρα τους που είχε απορρίψει ο αρχισυντάκτης και του ζητούσαν να μεσολαβήσει για να δημοσιευθούν. Δεν μπορούσε να πάει ούτε για κατούρημα ο άνθρωπος! Όποτε κατουριόταν, έβαζε τον προσωπάρχη της εφημερίδας, τον Βαγγέλη, να συγκαλεί έκτακτη σύσκεψη για να αναγκαστούν να αδειάσουν τους διαδρόμους!
«Μαζί θα χτίσουμε την “Ισχυρή Νέα Προοπτική”», τον κούρντιζε ο Γιώργος.
Και τότε έγινε το κακό. Ο Κώστας σηκώθηκε από το τραπέζι και τρεκλίζοντας πήγε στο αφεντικό του μαγαζιού, τη Σεμίνα με τ’ όνομα, και εστίασε με δυσκολία το βλέμμα του πάνω της. Δεν ήξερε τι έφταιγε αλλά την έβλεπε κάπως σαν σινεμασκόπ: Ψηλόλιγνη! «Το παλιόκρασο θα φταίει», σκέφτηκε ο Κώστας.
«Πες τα Κώστα, λεβέντη μου!» φώναξε, με ντέρτι τάχα μου, ο διπρόσωπος αρχισυντάκτης.
«Είσαι ο νταβατζής των καλλιτεχνών και των δημοσιογράφων», ξεστόμισε ο Κώστας στη Σεμίνα και πάγωσε κι ο ίδιος ακούγοντας τα λόγια του. Προς στιγμήν μια παγωμένη σιωπή απλώθηκε στο ταβερνείο. Την ένταση έσπασε η ορχήστρα που έπαιξε τις πρώτες νότες από το παλιό ρεμπέτικο «Ι’m the one, the number one» και ο Κώστας πήρε την πρώτη στροφή από ένα βαρύ, ανένδοτο ζεϊμπέκικο. Ύψωσε τα χέρια (στητός σαν κυπαρίσσι) και άφησε να βγει σαν χείμαρρος από το κορμί του ο καημός του δημοσιογράφου που αντιστέκεται στη διαπλεκόμενη ενημέρωση του λαού. Το βουβό παράπονο που ξεχειλίζει όταν συμπληρώνεται η μυστική λίστα του Υπουργείου και είσαι απ’ έξω. Το κρυφό όνειρο κάποιου Γραφείου Τύπου…
Το συμπαθητικό ταβερνάκι πήρε φωτιά. Ο κόσμος, παρασυρμένος από το πάθος του Κώστα έγινε μια παρέα. Μια ανεξέλεγκτη παρέα που άρχισε να τα σπάει. Πιάτα εκτοξευόντουσαν και έπεφταν σαν Σινούκ στα πόδια του Κώστα. Ο Γιώργος είχε περιχύσει με σαμπάνια το κασκόλ του και του έβαζε φωτιά! Η Σεμίνα έτριβε τα μακριά, λεπτά χέρια της με ικανοποίηση και σκεφτόταν τον λογαριασμό.
Μόνο ένας πελάτης ταξίδευε στον δικό του κόσμο. Ο Μπάμπης είχε ανακαλύψει τη μούσα του, το θέμα που θα τον ενέπνεε να γράψει τα αριστουργήματά του. Ο Μπάμπης ήξερε πια τι ήθελε να γράψει! Όχι ακριβώς, αλλά είχε σχηματίσει μια γενική ιδέα, μια κατεύθυνση, ένα, έστω ασαφές, περίγραμμα της έμπνευσής του. Κάτι που είχε σχέση με το ντεκολτέ της Σεμίνας…
Πρόλαβε να αρπάξει μερικές χαρτοπετσέτες πριν ο Κώστας αναποδογυρίσει το τραπέζι τους, στάθηκε παράμερα και άρχισε να γράφει. Το ντεκολτέ της Σεμίνας τον οδηγούσε ορμητικά στη Χώρα της Έμπνευσης και της Δημιουργίας!
Ο Μπάμπης δεν είχε προλάβει να φτάσει στην τρίτη χαρτοπετσέτα του magnus opus του, όταν ένα άσπρο χέρι του άρπαξε τις χαρτοπετσέτες του. Ξαφνιασμένος γύρισε να δει τον βέβηλο. Με έκπληξη αντίκρυσε τον υλατζή της εφημερίδας, τον Θοδωρή Δωσόπουλο, λουσμένο στα γιαούρτια και τα μέλια.
«Αυτός ο άγαρμπος, ο Κώστας, αναποδογυρίζει τα τραπέζια πολύ άτσαλα», είπε ο Θοδωρής, σχεδόν μελιστάλακτα και με εντυπωσιακή ψυχραιμία. Και άρχισε να σκουπίζεται με τις χαρτοπετσέτες του Μπάμπη. Η εισαγωγική περιγραφή του ντεκολτέ της Σεμίνας, εκεί που ο Μπάμπης το παρομοίαζε με αισθησιακό τσουνάμι που πλημμυρίζει με λαγνεία τον νου του, είχε χαθεί για πάντα κάτω από τα γιαούρτια του Δωσόπουλου…
Ο Μπάμπης έφτιαξε καφέ και άνοιξε το ραδιόφωνο. Ο Νικήτας Κακλαμάνης, ο υπουργός Υγείας, είχε πάρει πάλι γενναία μέτρα. Ο καινούργιος φορέας που είχε επινοήσει, ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Βρώμικων, θα έβαζε μια και καλή τέλος στην απαράδεκτη κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στα νυχτομάγαζα: «Στης Σεμίνας», στο «Κουτούκι του Σπύρου», στο «Στέκι του Άκη». Αδίστακτοι επιχειρηματίες και οι τρεις τους, εκμεταλλευόντουσαν την ακρίβεια και έσπαγαν τις τιμές στα ύποπτα κέντρα τους προσφέροντας δήθεν μια φτηνή εναλλακτική λύση για τους ξενύχτηδες που βρίσκονταν σε απόγνωση με την ακρίβεια στις καντίνες με τα βρώμικα. Μαζί τους και κάποιοι συμπαθείς μαγαζάτορες σε πιο απόμερα κεντράκια, στο «Χοιρομέρι του Καρατζαφέρη», στην «Τηλεφάβα», στο «7», που έφτιαχναν οικογενειακό μουσικό πρόγραμμα με μια κιθαρίτσα και βραδιές ποίησης για όσους οι καλλιτεχνικές ανησυχίες τους δεν τους άφηναν να κοιμηθούν. Ο Ε.Φ.Ε.Β. θα έβαζε τέλος σε όλα αυτά: Ήδη, στην πρώτη του ανακοίνωση είχε δημοσιοποιήσει τα συμπεράσματα από τους πρώτους ελέγχους που είχε διενεργήσει. Τα «βρώμικα» ήταν κατά πολύ πιο υγιεινός τρόπος διατροφής από τα επικίνδυνα γαλακτομικά, τα μέλια, τα φρούτα και τα λαχανικά με τα φυτοφάρμακα, τα ύποπτα όσπρια… Επιπλέον, οι ξενύχτηδες πολιτικοί, καλλιτέχνες και δημοσιογράφοι που σύχναζαν σε αυτά τα ύποπτα μαγαζιά θα γλίτωναν και από τα παλιόκρασα που τους σέρβιραν για να κάνουν γρήγορα κέφι. Το χανγκόβερ ήταν, άλλωστε, η μόνη λογική εξήγηση για όσα έκαναν την επομένη μέρα στη δουλειά τους… Ειδικά οι τηλεπαρουσιαστές με χανγκόβερ αποτελούσαν πλέον ύψιστο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία…
Ακούστηκε το τηλέφωνο και ο Μπάμπης βιάστηκε να κλείσει το ραδιόφωνο. Ήταν η Λιλιάνα Αβρούσιν. Ανάμεσα στους λυγμούς της, ο Μπάμπης κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί στην εφημερίδα.
«Ο Ρόδης μου επιτέθηκε!»
«Σεξουαλικά;» ρώτησε ταραγμένος ο Μπάμπης.
«Αισθητικά…», απάντησε η νεαρή δημοσιογράφος. «Με υποχρέωσε να ακούω Χατζηγιάννη όση ώρα έγραφα στο κομπιούτερ. Ήταν φρικτό…»

Advertisements