Ο Μπάμπης ήταν θλιμμένος. Είχε ελπίσει πραγματικά πως ο πρωθυπουργός θα κέρδιζε τον πόλεμο απέναντι στα διαπλεκόμενα. Οι εξελίξεις όμως ήσαν αναπάντεχες. Τα πράγματα φάνηκε ότι πήγαιναν στραβά από τη στιγμή που ο Κώστας, ο διευθυντής της εφημερίδας, πήγε για καφέ στις «Αλκυονίδες», στη Βάρκιζα, μαζί με τον Γιώργο, τον αρχισυντάκτη, που ούτε φτυστό δεν τον ήθελε, να συναντήσουν την μυστηριώδη ξανθιά τηλεπαρουσιάστρια που εκπροσωπούσε τα διαπλεκόμενα… Η «Συμφωνία της Βάρκιζας», όπως ονομάστηκε χαριτολογώντας στους διαδρόμους της εφημερίδας, ήταν για τον Μπάμπη σχεδόν προδοσία. Ακόμα κι αν είχε επεξεργαστεί τις λεπτομέρειες της συμφωνίας ο Πάκης. Ο Μπάμπης είχε εμπιστοσύνη στον Πάκη. Ηταν καλός συνάδελφος. Λάμπρο τον έλεγαν, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο όλοι τον φώναζαν Πάκη. Εγραφε καλά, αλλά λίγο τσαπατσούλικα. Είχε ειδικευθεί στα ρεπορτάζ για τις καταπατήσεις δασικών εκτάσεων, τα αυθαίρετα, τα σχέδια πόλεως, το κτηματολόγιο και τέτοια, που πάντα πουλάνε στις εφημερίδες. «Δώσε μου σχέδιο πόλεως και διαγωνισμούς ΑΣΕΠ, κι έχω χτυπήσει τις κυκλοφορίες του Τράγκα και του Ρίζου μαζί», έλεγε ο διευθυντής στους συντάκτες τα μεσημέρια που ξεκουραζόντουσαν στο κυλικείο. «Και μια ζαμπονοτυρόπιτα», πρόσθετε κλείνοντας το μάτι στον καφετζή. Ο Πάκης ήταν, λοιπόν, πολύτιμος για την εφημερίδα. Και καλός στη δουλειά του. Είχε βοηθήσει μάλιστα τον Μπάμπη και τότε που ανέλαβε διαχειριστής. Του είχε φτιάξει τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Βέβαια, κάτι δεν πήγε καλά και ο ακάλυπτος θεωρήθηκε δασική έκταση, αλλά δεν έφταιγε γι’ αυτό ο Πάκης. Οπως δεν έφταιγε και για τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» που έκανε την καρδιά του πέτρα και επεξεργάστηκε. Στο κάτω – κάτω, κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς συμφωνήθηκε. Πόσους συντάκτες κράτησε ο Γιώργος και πόσους πήρε ο Κώστας… Ο,τι διέρρευσε από την συνάντηση στις «Αλκυονίδες» ήταν πως η καφετέρια άρεσε στον Πολύδωρα γιατί είχε αρχαιοελληνικούς κίονες… Μόνο η γαλάζια θάλασσα και τα πράσινα πεύκα ήξεραν τι διεμείφθη στο τραπέζι όπου κάθισαν ο Κώστας και ο Γιώργος…
Οι φήμες όμως οργίαζαν. Λεγόταν πως δεν ήταν μόνον η Πετραλιά που είχε πέσει θύμα κλοπής. Τα κλεφτρόνια είχαν κλέψει και τον χαρτοφύλακα του Κώστα, με τους μισθούς του προσωπικού της εφημερίδας… Εδώ είχε κλαπεί, όπως επίσης λεγόταν, ο χαρτοφύλακας του ίδιου του πρωθυπουργού, με διακόσιες χιλιάδες ψήφους στην εσωτερική θήκη.
«Τι τους κουβαλάς μαζί σου, χριστιανέ μου;», τον είχε κατσαδιάσει η Νατάσσα.
«Με έκαναν να νοιώθω καλύτερα…» ψέλλισε ο Κώστας. «Τους είχα μαζέψει έναν – έναν. Για το μέλλον. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει με τέτοιο υπουργικό συμβούλιο… Είναι κι αυτός ο “Πασόκος του Μέλλοντος”, ο Παπαντωνίου… Ανησυχώ…»
Τα διαπλεκόμενα, όμως, ήσαν αδίστακτα. Πίεζαν ασφυκτικά τους ηρωικούς μαχητές του Μεσαίου Χώρου, τους αρθρογράφους της «Νέας Προοπτικής», τους «Μουτζαχεντίν με τα Bic», τα ασυμβίβαστα πληκτρολόγια, κάθε ελεύθερη φωνή που ύψωνε το ανάστημά της απέναντι στα άνομα συμφέροντά τους. Τι να λέμε τώρα… Εδώ έφτασαν στο σημείο να απαγάγουν τη γυναίκα του Ρουσό για να τον εκβιάζουν. Ο βαθυστόχαστος Θόδωρος, ο επονομαζόμενος και «Ζαν Ζακ Ρουσό», ο φιλόσοφος της εφημερίδας… Τα φιλοσοφικά του κείμενα δεν ήσαν μόνον απολύτως τεκμηριωμένα, ήσαν και ευκολοδιάβαστα, προσιτά στον μέσο αναγνώστη, διανθισμένα με παροιμίες και γνωμικά…
Οι μουτζαχεντίν της «Νέας Προοπτικής» αντιστάθηκαν, στηλίτευσαν τα κακώς κείμενα, ερχόντουσαν κι έφευγαν από την εφημερίδα με το τραγούδι στο στόμα, τον Υμνο κατά της Διαπλοκής («Εμπρός της Ν.Δ. παλικάρια, σουτάρετε και σπάστε τα δοκάρια»), δούλεψαν για μήνες χωρίς ψωμί και νερό στις υπόγειες κατακόμβες, μερικοί τυλίχτηκαν στα προυφ και αυτοπυρπολήθηκαν φωνάζοντας «Ο Παύλοβιτς είναι μεγάλος», άλλοι έγιναν δημοσιογράφοι – βόμβες και έπεσαν πάνω σε τραπέζια διαπλεκομένων στο Da Capo… Ριψοκινδύνευσαν τα πάντα. Ο Λάκης, ο ευθυμογράφος της εφημερίδας, έπαιξε τη ζωή του κορόνα – γράμματα: έφτασε στο σημείο να γράψει σχόλιο για τον Κούγια…
Τα πράγματα είχαν πάρει όμως τον δικό τους δρόμο. Που οδηγούσε στην Βάρκιζα. Για μια ακόμη φορά, τόσα χρόνια μετά…
Οι ασυμβίβαστοι δημοσιογράφοι της «Νέας Προοπτικής» είχαν μαζευτεί στο «Esplanade» περιμένοντας να βγουν ο Κώστας και ο Γιώργος από τις «Αλκυονίδες». Τα δάκρυά τους αρμύριζαν τους εσπρέσο. Ενας ψηλός με πιτζάμες και μπαντάνα στάθηκε στο τραπέζι τους και τους έδωσε σοκολάτες. «Δεν έχουμε ψιλά», του είπε κάποιος κοιτώντας τον λυπημένα. Εκείνος έκατσε μαζί τους, ισχυριζόμενος πως δούλευε στο ατελιέ της «Νέας Προοπτικής». Ολοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και χαμογέλασαν. Ηξεραν πως έλεγε ψέματα. Δεν υπήρχε περίπτωση αυτό το φρικιό να δουλεύει σε μια αξιοπρεπή εφημερίδα. Ολοι κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με ακόμη μία καλοστημένη παγίδα των διαπλεκομένων. Τα αδίστακτα διαπλεκόμενα αφεντικά των ΜΜΕ επιχειρούσαν να «φυτέψουν» πράκτορες στη «Νέα Προοπτική»! Αυτή η πρόκληση δεν μπορούσε να μείνει αναπάντητη! Ο Μπάμπης είδε έναν ευτραφή υλατζή («Γιώργο» τον φώναζαν επειδή ήταν τσιράκι του άλλου Γιώργου, του αρχισυντάκτη) να πετάγεται όρθιος και να σηκώνει το λάβαρο με τον καπετάνιο Αρη.
«Θα ανεβούμε μόνοι μας στο βουνό», κραύγασε ο μαυροσκούφης υλατζής. «Δεν παραδίδω το Mont Blanc!» είπε με δάκρυα στα μάτια, κοιτώντας θολά έναν – έναν τους μουτζαχεντίν της ενημέρωσης.
Ο αθλητικογράφος, με σκυμμένο κεφάλι, τον κοίταξε λοξά. Ξάφνου, όρθωσε το σγουρόμαλλο κεφάλι του και φώναξε: «Για την ΑΕΚ, ρε γαμώτο! Θα ανεβούμε στο βουνό και θα βγούμε από την άλλη πλευρά, στη Βουλιαγμένη! Ξέρω ένα καλό στέκι εκεί!»
Ενα τραγούδι πέρασε από στόμα σε στόμα και υψώθηκε στον απροσκύνητο ουρανό του «Esplanade»: «Πάγωσ’ η τσιμινιέρα», πήραν ένας – ένας να σιγοτραγουδούν οι λεβέντες της αδέκαστης δημοσιογραφίας. Και μετά, σαν ένας άνθρωπος, μια φωνή: «Καημένε, Αθανασόπουλε, τι σου ’μελλε να πάθεις…» Πήραν τα λάπτοπ τους στον ώμο, και κινήσαν με βαρύ, αργό βήμα την ανηφόρα. Στη λάβρα της παραλιακής, σαν αντικατοπτρισμός, ο Παπανδρέου τους έστελνε επαναστατικά e-mail, που τα έκανε Forward από τον παράνομο Kotso.
Ενας συντάκτης – αντάρτης, όμως, είχε μείνει πίσω.
«Θα πάω στα διαπλεκόμενα», ψέλλισε βουρκωμένος ο Λάμπρος. «Δεν αντέχω άλλο. Από τον Κύρτσο, στη “Νέα Προοπτική”… Είμαι άνθρωπος κι εγώ… Πόσα ακόμη να θυσιάσω στον τίμιο αγώνα;»
«Μείνε μαζί μας Λάμπρο», του φώναξε σπαρακτικά ο Μπάμπης.
«Πάκη, με λένε», του απάντησε ξερά ο Λάμπρος.
«Μείνε μαζί μας, Λάμπρο», επέμεινε ο Μπάμπης. «Εμείς έτσι σε γνωρίσαμε και σ’ αγαπήσαμε. Θα φέρουμε και τον Ρουβά με τα φυσεκλίκια φορεμένα κατάσαρκα», είπε ο Μπάμπης σταυρώνοντας τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη του. «Λάμπρο, μείνε μαζί μας… You are the one!»

Advertisements