«Ο χρόνος…», σκέφτηκε ο Μπάμπης καθώς περίμενε στη στάση του τραμ. «Ο χρόνος είναι μια πολύ σχετική έννοια». Κοίταξε αφηρημένος τη φωτεινή ταμπέλα. Κάτι έγραφε για λεπτά της ώρας. Ο Μπάμπης δεν έδωσε καμία σημασία. Ο χρόνος είναι κάτι που ξεφεύγει από το μυαλό των θνητών. Τι να ξέρει για τον χρόνο μια φωτεινή επιγραφή;
Το τραμ που έφτασε λίγο μετά βρήκε τον Μπάμπη βυθισμένο σε βαθείς φιλοσοφικές σκέψεις. Ανέβηκε αφηρημένος. Κάθισε, άνοιξε την εφημερίδα και πήγε κατευθείαν στις μέσα σελίδες να διαβάσει το ζώδιό του: «Λίγα λόγια και περισσότερη δουλειά». Το σκέφτηκε για λίγο. Το ωροσκόπιό του είχε δίκιο. Κι αυτή ήταν μια βαθιά υπαρξιακή αλήθεια. Αργία μήτηρ πάσης κακίας, άλλωστε. Ποτέ δεν ξέρεις τι κακό μπορεί να φέρει στη ζωή σου μια αργία… Κι ο Μπάμπης έλεγε πολλά λόγια τελευταία. Για την ακρίβεια, από τότε που είχε γίνει δημοσιογράφος… «Ο χρόνος αλλάζει τον άνθρωπο», σκέφτηκε με κάποια λύπη να ελλοχεύει στην καρδιά του. «Ο σιωπηλός εραστής με το μαγνητικό βλέμμα είχε μεταλλαχθεί συν τω χρόνω σε έναν φλύαρο δημοσιογράφο», σκέφτηκε ο Μπάμπης μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο και γύρισε ξανά στην εφημερίδα του.
«Ωχ!», βόγγηξε.
Δεν ήταν το ζώδιό του που διάβαζε τόση ώρα. Ήταν τα λόγια του Καραμανλή προς το Υπουργικό Συμβούλιο!
Ο Μπάμπης κοίταξε με θαυμασμό τον Καραμανλή στην τρίστηλη φωτογραφία δίπλα. «Βαθιά φιλοσοφημένος άνθρωπος», σκέφτηκε. «Ίσως τα βράδια να διαβάζει Πολύδωρα». Γύρισε σελίδα, στο ρεπορτάζ ΠΑΣΟΚ: Φωτογραφία του Γιώργου Παπανδρέου. Και ο Γιώργος Παπανδρέου είχε βάλει τον Μπάμπη σε πολλές και βαθιές σκέψεις. Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει καταλάβει αυτή την ουσιαστική υπαρξιακή αλήθεια: Ο χρόνος είναι μια σχετική έννοια. Και προσπάθησε σαν τον Μεγάλο Μύστη, τον Δάσκαλο Ζεν, να διδάξει στους μαθητές του με το απτό παράδειγμα αυτό την μεγάλη συμπαντική αλήθεια. ‘‘Να ο αντικειμενικός χρόνος’’, τους είπε. Και έβαλε μια κλεψύδρα στο μεγάλο τραπέζι συνεδριάσεων της Χαριλάου Τρικούπη.
«Σκραμπλ θα παίξουμε;» ρώτησε περιπαικτικά η Βάσω.
«Αιών παις εστί, παίζων, πεσσεύων, παιδός η βασιληίη», της απάντησε ο Γιώργος.
«Ωχ! Βλέπω τον Πολύδωρα Βουλευτή Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές», ψιθύρισε ο Kουλούρης.
«Έχει δίκιο ο Κίμωνας», σκέφτηκε ο Μπάμπης. Ήταν αλήθεια πως αυτή η τακτική του Γιώργου με τις αμφίπλευρες διευρύνσεις τού θύμιζε πολιτικό παιδομάζωμα. Ή κάτι σαν τις υιοθεσίες της UNICEF…
O Μπάμπης είχε χαθεί στις σκέψεις του κατά τη σύντομη διαδρομή του τραμ από τη Γλυφάδα στο Σύνταγμα. «Πότε έφτασα κιόλας;» αναρωτήθηκε με ικανοποίηση νοιώθοντας το τραμ να σταματάει. «Μπράβο! Η Αθήνα έχει αλλάξει πρόσωπο. Ξανάγινε νέα και όμορφη. Μ’ αρέσει που ζω στην Αθήνα». Κοίταξε με αγάπη και καλοσύνη τους επιβάτες που περίμεναν στην αφετηρία. Κάποιοι τον αγριοκοίταξαν, αλλά ο Μπάμπης δεν έδωσε σημασία. «Δεν υπάρχει κακό», σκέφτηκε. «Υπάρχει μόνον στερημένο καλό». Και συνέχισε να χαμογελάει. Ένας μουστακαλής του ανταπέδωσε το χαμόγελο με επιπλέον γλυκύτητα στο βλέμμα. Ο Μπάμπης κοίταξε αλαφιασμένος γύρω του και απομακρύνθηκε. Κι αν πέρναγε ο Κούγιας από κει κοντά κατά τύχην; Αυτός ο άνθρωπος ξεφυτρώνει παντού… Πολύ θέλει να μπλέξεις;
Ο Μπάμπης συνέχισε τον δρόμο του χαμένος στις σκέψεις του. Ο χρόνος. Ο πανδαμάτωρ… Αλήθεια, ποιος νίκησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ο Μπάμπης δεν ήταν καθόλου σίγουρος πια. Τα ρεπορτάζ από τις χώρες της Βαλτικής τον είχαν καταμπερδέψει. Κάτι μουρμούρισε για τον Κόκκινο Στρατό, αλλά το έδιωξε γρήγορα απ’ το μυαλό του και κοίταξε τρομαγμένος γύρω του. Κι αν πέρναγε ο αδέκαστος ρεπόρτερ Χίος από κει κοντά; Ποιος ξέρει τι άλλο να του είχε πει η μαμά του εκτός απ’ αυτά για τις αδερφές και τους κομμουνιστές;
Πόσα μπορεί να καταφέρει ο χρόνος που περνά…
Ο Μπάμπης έφτασε στην είσοδο της εφημερίδας και προσπέρασε την μεγάλη λινοτυπική μηχανή. Κι άλλες αρχαιολογίες… Στο ασανσέρ κοίταξε στον καθρέφτη τα μαλλιά του που αραίωναν συνεχώς.
Στον διάδρομο τον πρόλαβε ο Γιώργος, ο αρχισυντάκτης. «Σε θέλει ο Κώστας», του είπε πνίγοντας ένα γελάκι. Έλαμπε ολόκληρος.
«Ποιος Κώστας;» ρώτησε ο Μπάμπης ξαφνιασμένος.
«Ο Κώστας Καλάπας. Ο Διευθυντής της εφημερίδας μας, Μπάμπη! Τι έχεις πάθει;»
«Κι εσύ γιατί γελάς κάτω απ’ τα μουστάκια σου;»
Ο Γιώργος πλατάγισε τη γλώσσα του. Ήταν εμφανές πως το απολάμβανε. «Πήγαινε και θα μάθεις», είπε σιβυλλικά.

«Μπάμπη, παιδί μου», είπε γλυκά ο Καλάπας. Εδώ στην εφημερίδα, όπως έχεις καταλάβει, είμαστε μια οικογένεια. Και η κυβέρνηση τα έχει κάνει μαντάρα με την αργία της Πρωτομαγιάς. Αυτό δεν θα μας πείραζε καθόλου, ίσα – ίσα, αν δεν είχαμε ένα παρόμοιο πρόβλημα στην εφημερίδα μας. Η πρώτη του μηνός αυτόν τον μήνα συνέπεσε με την Κυριακή του Πάσχα για όλους μας, δυστυχώς. Το λογιστήριο είπε πως είναι αδύνατον να δουλέψει κυριακάτικα και Ανάσταση για να γίνουν οι πληρωμές. Και αρνείται να πληρώσει είτε πριν είτε μετά την Ανάσταση, καθόσον έχει σαφείς εντολές: Οι πληρωμές θα γίνονται οπωσδήποτε την πρώτη κάθε μηνός. Αυστηρά! Είναι θέμα συνέπειας και αξιοπιστίας, λέει. Αδιαπραγμάτευτο! Οι πληρωμές θα γίνουν την Δευτέρα…»
«Την Δευτέρα του Πάσχα;» ρώτησε ο Μπάμπης μπερδεμένος.
Ο Κώστας Καλάπας δίστασε. «Τέτοια Δευτέρα του χρόνου…», είπε γλυκά και συνέχισε: «Το είπε κι ο Ζαγορίτης. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι του χρόνου δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα. Η Πρωτομαγιά πέφτει Δευτέρα και το Πάσχα 23 Απριλίου…»
Ο Μπάμπης άκουγε τον Καλάπα εμβρόντητος. Είχε συνειδητοποιήσει πόσο σχετική είναι η έννοια του χρόνου, αλλά δεν είχε φανταστεί και πόσα προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει στους θνητούς…
«Κι εγώ τι πρέπει να κάνω, κύριε Διευθυντά;» ψέλλισε ημιλιπόθυμος ο Μπάμπης.
«Κοίταξε, Μπάμπη. Πιστεύω πως αυτό που θα σου προσφέρω είναι μια σπάνια ευκαιρία που δεν πρέπει να την αφήσεις να πάει χαμένη. Είσαι νέος δημοσιογράφος, και είμαι σίγουρος ότι θα το εκτιμήσεις. Θα σου προσφέρω ελαστικότερο ωράριο εργασίας και απεριόριστο δωρεάν χρόνο ομιλίας από το βήμα της εφημερίδας. Θα γράφεις όσο τραβά η ψυχή σου χωρίς να χρεώνεται κανένας μας τίποτε! Ούτε η εφημερίδα ούτε εσύ! Όλοι θα είμαστε κερδισμένοι! Είναι μια καταπληκτική προσφορά, πρέπει να το αναγνωρίσεις!»
Ο Μπάμπης προς στιγμήν ένοιωσε ενθουσιασμένος. Πάντα ένοιωθε λίγο ο μαλάκας της υπόθεσης και τώρα ήταν η ευκαιρία του να βγει κερδισμένος και να πάρει τη ρεβάνς για τα χαμένα χρόνια του! To αίμα του Σικάγου δεν είχε πάει χαμένο τελικά!
«Δέχομαι!» είπε βιαστικά για να μην το ξανασκεφτεί ο Καλάπας και αλλάξει γνώμη.
Αλλά, λίγο μετά, κάτι δεν του πήγαινε καλά.
«Και πότε θα πληρωθώ;» ρώτησε.
«Μπάμπη, αγόρι μου, μπερδεύτηκες. Αλλά θα σου γίνει μια ‘‘διευκόλυνση’’. Θα σε ‘‘διευκολύνουμε’’ να πας και στη συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς! Αρκεί να μας φέρεις ένα λουλουδάκι κι εμάς. Να πιάσουμε λίγο Μάη κι εμείς, γαμώτο! Του χρόνου, ποιος ξέρει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει, ποιος θα ’ναι κυβέρνηση και ποιος αντιπολίτευση, ποιος ξέρει αν όταν θα λέμε ‘‘το πράσινο κύμα’’ θα εννοούμε ακόμη τα φανάρια για το τραμ… Έτσι, Μπάμπη, αγόρι μου; Θα σε διευκολύνουμε κι εμείς, διευκόλυνέ μας κι εσύ να κάνουμε Πρωτομαγιά και Πάσχα σαν άνθρωποι κι εμείς… »

Advertisements