Ο Μπάμπης συμπαθούσε τους αναρχικούς. Από τα φοιτητικά του χρόνια ακόμα, εκτιμούσε όσους μπορούσαν να νοιώθουν οργή με όσα συνέβαιναν γύρω τους και να μην την καταπίνουν. Ε, δεν υπήρχε τότε ούτε ο Ευαγγελάτος ούτε ο Τριανταφυλλόπουλος. Ούτε καν η Στεφανίδου. Και η οργή των μόδιστρων δεν πολυενδιέφερε εκείνες τις εποχές…
Ο Μπάμπης δεν μπορούσε πια να συμπαθεί τους αναρχικούς. Τους μισούσε πλέον. Τον είχαν υποχρεώσει να ακούει επί επτά ώρες τον Βενιζέλο! Ποιος φυσιολογικός άνθρωπος μπορεί να αντέξει κάτι τέτοιο; Πάντως, όχι ο Μπάμπης. Οι αναρχικοί φαίνεται να αντέχουν, είναι σκληραγωγημένα παιδιά, μπορούν να αντέξουν δακρυγόνα, ΜΑΤ και τον Βενιζέλο ταυτόχρονα…
Όλα άρχισαν αθώα και ανυποψίαστα, καθώς συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις…
«Έχουμε μια πρόσκληση για παρουσίαση βιβλίου στο Πολυτεχνείο», είπε ο Γιώργος, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας στον Μπάμπη. «Αν θες πήγαινε εσύ, εγώ θα μείνω να σκουπίσω τον διάδρομο. Έχω και τα άπλυτα στον νεροχύτη ― δεν προλαβαίνω!»
«Θα πάω!» του απάντησε ο Μπάμπης. «Έχω χρόνια να πάω στο Πολυτεχνείο…»
«Να πάρεις όμως το τρόλεϊ! Στο Πολυτεχνείο δεν θα βρεις να παρκάρεις. Εκτός κι αν είσαι τυχερός και σε αφήσει ο φύλακας να το βάλεις μέσα! Μόνο πρόσεξε μη δουν τίποτε αναρχικοί το “Δημοσιογραφικό” σου. Κρύφ’ το, κακομοίρη μου!»
Στο τρόλεϊ ο Μπάμπης σκεφτόταν το πρόβλημα του παρκαρίσματος στην Αθήνα. Είχε παραγίνει το κακό πια. Σε ολόκληρη την Αθήνα, ο μόνος τρόπος να μπορέσεις να παρκάρεις ήταν να έχεις υπουργικό, βουλευτικό, περιπολικό, κάτι με «φάρο» τέλος πάντων… Παντού ― εκτός από το Πολυτεχνείο. Εκεί το άσυλο των φάρων δεν ίσχυε… Επρόκειτο για έναν άλλον κόσμο, με παράξενες συνήθειες και ιδιόμορφα παρκόμετρα…
Οι εικόνες από την Πατησίων ξέθαβαν σιγά σιγά το παρελθόν του Μπάμπη. Είχε αρχίσει να αναπολεί τα φοιτητικά του χρόνια. Τότε που όλα ήταν αλλιώς. Την δεκαετία του ’70 έβρισκες να παρκάρεις… Μπορούσες και να μιλήσεις με τους αναρχικούς χωρίς να φοβάσαι μη σου έρθει τίποτα στο κεφάλι. Τώρα πρέπει να ξεχωρίσεις αν αυτό που έχεις μπροστά σου είναι αναρχικός ή «μπαχαλάκιας». Ο τρόπος είναι απλός, ο Μπάμπης τον είχε μάθει από χρόνια: Κοιτάς εξεταστικά ό,τι βρίσκεται έξω από το κράνος, κουκούλα κ.λ.π. Αν ακούσεις μέσα από το κράνος, κουκούλα κ.λ.π. κάτι σαν «Μπορώ να σας εξυπηρετήσω σε κάτι, κύριε, ψάχνετε κάποιο μουσείο μήπως;» πρόκειται οπωσδήποτε για αναρχικό με παιδεία, ήθος και καλλιέργεια. Μπορείς να ανοίξεις μαζί του θεωρητική συζήτηση για τα αδιέξοδα του αναρχισμού και την ιστορική κληρονομιά του Ντουρούτι, για τα θέρετρα της Ισπανίας και τα δρομολόγια της άγονης γραμμής. Εάν το κράνος, κουκούλα κ.λ.π. αντηχήσει «Τι κοιτά ρε!», καλό θα είναι να απομακρυνθείς με αργές, ψύχραιμες και σταθερές κινήσεις, ανοίγοντας καλού κακού και το σακάκι σου, την μπανάνα σου, οτιδήποτε θα μπορούσε να περιέχει αστυνομική ταυτότητα… Κάνε πως ψάχνεις για τα τσιγάρα σου. Στην πραγματικότητα, τους δείχνεις με τρόπο πως δεν έχεις περίστροφο…

Η ΟΜΗΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ

«Πάρ’ τ’ αυγό και κούρευτο», ακούστηκε μέσα από την μαύρη κουκούλα ενός νεαρού.
«Με πορδές δεν βάφονται αυγά», ακούστηκε να αντηχεί ένα μοτοσυκλετιστικό κράνος.
«Δεν μπορείς να κάνεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά», είπε ένας τρίτος αναρχικός.
Οι υπόλοιποι γύρισαν και τον αγριοκοίταξαν. «Αυτό το έχει πει ο Καραμανλής, σύντροφε!» τον επέπληξε αυστηρά κάποιος.
Ο Βαγγέλης Βενιζέλος πήρε τον λόγο για να απαντήσει. Και δεν τον ξαναάφησε…
«Η κουρά των αυγών», ξεκίνησε, «δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν πολίτη αυτής της χώρας. Πρόκειται για ένα ζήτημα που οι κλεφτοκοτάδες της Νέας Δημοκρατίας παραγνωρίζουν όποτε ‘‘αυγολογάνε’’ με σεμνότητα τις κότες του Δημοσίου. Συνελόντι ειπείν, η πεταλούδα του κυρίου Γούδη έχει γαλάζια φτερά. Καταθέτω αυτήν την καταγγελία εν πλήρει συνειδήσει των λόγων μου.
«Τι λέει αυτός, ρε;» ρώτησε εξουθενωμένος ένας αναρχικός.
«Αρθρώνει αντιπολιτευτικό λόγο, ρε!» του απάντησε ένας άλλος.
«Κι οι υπόλοιποι τον καταλαβαίνουν;» ξαναρώτησε ο εξουθενωμένος αναρχικός.
«Θα πρέπει. Τον κοιτούν σοβαρά πάντως και μερικές φορές τον διακόπτουν. Λέει πως μόνον εμείς δεν τον διακόπτουμε. Ταλαιπωρημένος άνθρωπος είναι ρε σύ! Άσ’ τον να μιλήσει. Ο καθένας πρέπει να μπορεί να μιλάει, σύντροφε!».
«Ναι, αλλά δεν είπε τίποτα για το γήπεδο της ΑΕΚ ακόμα. Τι θα γίνει με την πάρτη του; Θα φτάσει στο ψητό ή θα μας λέει για τις πεταλούδες;»
«Αυγά, σύντροφε. Για αυγά μιλάει…»
Ο Μπάμπης είχε στήσει αυτί και άκουγε προσεκτικά τους αναρχικούς. Προσπαθούσε απελπισμένα να ακούσει κάτι άλλο εκτός από τον Βενιζέλο, οτιδήποτε, κάτι με ειρμό, κάτι που να το καταλαβαίνει. Τα λόγια των αναρχικών ήσαν ό,τι έπρεπε. Τα καταλάβαινε. Είχαν περάσει ήδη έξι ώρες από τη στιγμή που ο Βενιζέλος είχε πάρει τον λόγο. Ένας αναρχικός, κάτω από ένα πόστερ του Τσε Γκεβάρα, φώναζε ότι προτιμάει να ακούει τους λόγους του Φιντέλ Κάστρο. Τουλάχιστον, δεν χρειάζεται να τους καταλαβαίνει, υποστήριζε.
Ο Μπάμπης είχε να νιώσει αλληλεγγύη με τους αναρχικούς από τα φοιτητικά του χρόνια. Και τώρα είχε έρθει η στιγμή και πάλι! «Βίβα Φιντέλ», φώναξε.
Κανένας δεν του έδωσε σημασία. Ο Βενιζέλος συνέχιζε να μιλάει και οι αναρχικοί δεν άκουγαν τίποτα μέσα από τις κουκούλες και τα κράνη. «Καλά την έχετε εσείς», σκέφτηκε ο Μπάμπης. Ο Βενιζέλος συνέχιζε να μιλάει. Ο Μπάμπης έψαξε για καμιά παραπεταμένη κουκούλα, τίποτα ωτοασπίδες, αλλά είχαν γίνει ανάρπαστες.
Ο Μπάμπης καταλάβαινε την απελπισία του νεαρού που άκουσε ότι αυτοπυροβολήθηκε στο πόδι στο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Ο Μπάμπης είχε αρχίσει να καταλαβαίνει όλους τους κατατρεγμένους τηλεθεατές αυτού του κόσμου.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Είχε μεσημεριάσει, αλλά ο Μπάμπης δεν είχε καταφέρει να ξυπνήσει ακόμα. Η προηγούμενη νύχτα στο Πολυτεχνείο ήταν εξοντωτική. Τα μάτια του έτσουζαν ακόμα από τα χημικά. Ο πονοκέφαλος δεν τον είχε αφήσει, αλλά δεν ήταν σίγουρος σε τι οφειλόταν…
Το τηλέφωνο που χτύπησε τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Μμμ», κατάφερε να αρθρώσει κι αυτός τον αντιπολιτευτικό του λόγο.
«Έλα, Μπάμπη. Ο Γιώργος είμαι! Ο αρχισυντάκτης, ρε! Ντύσου κι έλα αμέσως στην εφημερίδα! Έχουμε εξελίξεις!»
«Ξέρω. Εκεί ήμουν…»
«Όχι στο Πολυτεχνείο, ρε! Στην εφημερίδα. Έχουμε απολύσεις!»
«Ποιος; Πότε;» ψέλλισε ο Μπάμπης.
«Πολλοί! Μαζικές απολύσεις! Η ιδιοκτησία φέρνει Κινέζους δημοσιογράφους! Φτηνούς και εργατικούς! Παραδίδουν χειρόγραφο και υποκλίνονται».
«Μα αυτό το κάναμε κι εμείς!» είπε ο Μπάμπης.
«Εμείς δεν φεύγουμε, Μπάμπη! Εσύ ειδικά μας χρειάζεσαι για μεταφραστής. Δεν έχεις δουλέψει ως μεταφραστής;»
«Αγγλικά…» πήγε να πει ο Μπάμπης.
«Το ίδιο κάνει. Ποιος διαβάζει εφημερίδες πια… Θα βάλουμε dvd με κινέζικες ταινίες, όμως. Εκεί σε χρειαζόμαστε. Για τους υπότιτλους…»

Advertisements