Κάθεται στην κεφαλή του τραπεζιού αλλά μοιάζει να μη βολεύεται. Το κάνει επειδή πρέπει, επειδή έχει πλάκα, επειδή αφήνεται να ακολουθεί τα μυστήρια μονοπάτια της δικής του ζωής. Είναι γλυκός άνθρωπος. Αλλά ψάχνει τη γλύκα που μπορεί να τρεμοπαίζει στις λέξεις κοριτσιών που είναι λίγο ―ελάχιστα― διαφορετικά, και ψάχνουν τα ίχνη της ανάσας τους στο λευκό χαρτί. Στη δική τους ασπράδα…
Κάπου πήρε το αυτί μου πως ο πατέρας του πέθανε νέος. «Πέθανε». Δεν είναι ρήμα αυτό. Κάποιο παθητικό ρήμα χρειαζόταν εδώ: εκτελέσθηκε, τον σβήσανε — ή κάτι τέτοιο. Κάτι που να μη θυμίζει την ενέργεια του ζωντανού πλάσματος, τα όνειρά του, τα πάθη του.
Τα πουλόβερ του πέφτουν άτσαλα πάνω του, τα μαλλιά του είναι σαν κολλημένα άγαρμπα στο κεφάλι του, το μουστάκι του θέλει να πει κάτι που δεν το υποστηρίζουν τα υπόλοιπα. Μοιάζει να μην ξέρει τη φρόνιμη γλύκα που αποπνέει. Ο ίδιος ονειρεύεται αγριάδες και βέβηλες λέξεις, ιερόσυλες… Νυστέρια που χαράζουν, προσεκτικά και ανελέητα, τον γλυκό καρπό. Και ψάχνει να αναδείξει τη μελωμένη σταγόνα που φυλάνε ζηλότυπα τα κορίτσια, και που κάποια απ’ αυτά αφήνουν να στάξει κάθε Τρίτη στις πεντέμισι. Και τη σκουπίζουν ντροπαλά και βιαστικά, αλλά και με κρυφό καμάρι, από το άσπρο του μεγάλου τραπεζιού. Κι ελπίζουν. Πως αυτή η γλύκα στην άκρη του τραπεζιού είναι κάτι που ξεφεύγει από πρέπει και πλάκες, κάτι που μπορεί να φωτίσει λίγο αυτά τα μυστήρια μονοπάτια που όλοι ακολουθούμε. Να τα κάνει πιο βατά.
Αυτός, πάλι, ξεφεύγει απ’ όλους μας. Για πόσο ακόμη;
Στιγμές, το βλέμμα του φεύγει. Μοιάζει να θέλει να γυρίσει πίσω, στη μακρινή πατρίδα των βλεμμάτων, εκεί που δεν χρειάζεται να ανέχεσαι ξένα μυγάκια στο οπτικό σου πεδίο. Στον τόπο σου.

Advertisements