…μια ιστορία ερωτικού πάθους, με φόντο τον ανελέητο χώρο των ΜΜΕ και την ασυγκράτητη δίψα των ανθρώπων του για δύναμη και χρήμα.

Ο Μπάμπης ένοιωθε πλέον σίγουρος για τον εαυτό του και την πένα του. Και η δημοσιογραφία ήταν ένας χώρος πολύ στενός για τις φιλοδοξίες του Μπάμπη. Eίχε βαρεθεί τους διορθωτές που αναλώνονται στην κοπτοραπτική του τελικού «ν» και τους δημοσιογράφους που δεν «γράφουν»: οι μόνοι που γράφουν είναι οι διαφημιστές πια. Ο Μπάμπης θα γινόταν συγγραφέας. Θα έγραφε μπεστ σέλερς!

Ενα αχνό χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη του Κώστα Θανασιώτη, καθώς ξεφύλλιζε τα χειρόγραφα που μόλις είχε ακουμπήσει στο γραφείο του ο Μπάμπης. Ηπιε μια γουλιά απ’ τον εσπρέσο του κι σήκωσε το ακουστικό: «Γωγώ, γλυκειά μου, μας φέρνεις τα χειρόγραφα του Μπάμπη; Ξέρεις, εκείνα για τον Χρόνο… Στα λίγα δευτερόλεπτα της αναμονής, οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν στα μάτια, ζυγίζοντας ο ένας την αποφασιστικότητα του άλλου. Τα ψηλοτάκουνα της Γωγώς, της εντυπωσιακής γραμματέως του μεγαλοεκδότη Κώστα Θανασιώτη, έσπασαν την ένταση σε χιλιάδες μικρά κομματάκια, που τα σκούπισε αμέσως το θρόισμα των φύλλων του πολύτιμου χειρογράφου που κρατούσε στα χέρια της. Κανένας τους δεν πρόσεχε πλέον τα μακριά καλοσχηματισμένα πόδια της, τα οποία θα πρέπει να είχαν φτιαχτεί ειδικά για να εντείνουν το άγχος της αναμονής στον προθάλαμο του γραφείου του πανίσχυρου Θανασιώτη…
Πόσοι και πόσοι νέοι συγγραφείς δεν είχαν κάνει το λάθος να δοκιμάσουν να κερδίσουν την εύνοια του Θανασιώτη μέσω της Γωγώς… Είχε πια μάθει να τους ξεχωρίζει: οι ψαρωμένοι και διστακτικοί, αυτοί που ξεκίναγαν το μακρύ ταξίδι των ματιών από τις γάμπες της, ήσαν εξαρχής στο έλεος της ισχυρής προσωπικότητας του Θανασιώτη. Σε λίγα λεπτά θα τους τσάκιζε μεθοδικά, με το υπνωτιστικό βαθύ βλέμμα του πάνω από τα μικρά μεταλλικά γυαλιά του, πετώντας, δήθεν αδιάφορα, με την βαριά, υποβλητική φωνή του, τις αμείλικτα εύστοχες παρατηρήσεις του. Οι άλλοι, αυτοί που ερχόντουσαν με όπλο τους την αυτοπεποίθησή τους και τον αέρα που τους πρόσφερε η άγνοια της ανελέητης ισχύος που αντιπροσώπευε ο Θανασιώτης, κάρφωναν επιδεικτικά το βλέμμα τους στο βαθύ ντεκολτέ της Γωγώς και, όρθιοι ακόμα, πάνω από το γραφείο της πίστευαν πως με κάποιο ευφυολόγημα κέρδιζαν πόντους, ενώ στην πραγματικότητα υπέγραφαν εκείνη τη στιγμή, ιδίαις χερσίν, την απόρριψη των χειρογράφων τους. Η Γωγώ μπορούσε να κατευθύνει σχεδόν αδιάφορα τον αρσενικό πόθο προς την κατεύθυνση που ήθελε, με τον ίδιο τρόπο που αρχειοθετούσε καθημερινά την αλληλογραφία του μοναδικού άντρα που είχε καταφέρει να κάνει την αλαβάστρινη επιδερμίδα της να ανατριχιάζει με την ήρεμη δύναμη που εξέπεμπε το μειλίχιο χαμόγελό του… Σε λίγο, θα έστελνε στο αφεντικό της ένα διακριτικό μήνυμα, μ’ ένα βλέμμα που θα γινόταν αντιληπτό μόνο μεταξύ τους, σαν μυστικό κανάλι που έρρεε μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και παρεμβολές. Κι ο Θανασιώτης θα ήταν ανελέητος…
Ολα αυτά, βέβαια, είχαν λίγη –έως καθόλου– σημασία για τον Μπάμπη. Η Σύλβια, μια θολή ξανθιά φιγούρα από το παρελθόν του Μπάμπη, του είχε μάθει να εκτιμά την πιο πολυσύνθετη κατάσταση μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, με μια μέθοδο που, χαριτολογώντας, ονόμαζε «Sylvia mind control». Ετσι, εδώ και ώρα, το γρήγορο και κοφτερό σαν ξυράφι μυαλό του έψαχνε για κάποια διέξοδο από τη δύσκολη κατάσταση. Ηταν πραγματικά στριμωγμένος, αλλά άξιζε να δοκιμάσει το τελευταίο του χαρτί:
«Ξέρεις, μίλησα με τον Γιώργο τον Γκαπ», είπε αργά και έκανε μια παύση περιμένοντας την αντίδραση του Θανασιώτη.
Ο Κώστας Θανασιώτης τον κοίταξε παγωμένα παίζοντας στο χέρι του το βαρύ Parker. Στην ανεξιχνίαστη, όπως πάντα, ματιά του πέρασε μια φευγαλέα σκιά. Είχε μπλεχτεί λοιπόν στην υπόθεση και ο δαιμόνιος Γιώργος ο Γκαπ, ο πανούργος αρχισυντάκτης της εφημερίδας Νew Prooptiki Times… Αυτό ομολογουμένως δεν το είχε υπολογίσει. Ήταν πασίγνωστο ότι ο
Γιώργος ο Γκαπ ήταν αυθεντία στον χρόνο. Και ιδιαίτερα στη μέτρησή του με κλεψύδρες ακριβείας… «Αν ο Μπάμπης έχει μιλήσει μαζί του», σκέφτηκε αστραπιαία ο Θανασιώτης, «και στον πρόλογο του βιβλίου του υπάρχει μια υπογραφή με το ειδικό βάρος ενός Γκαπ, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να απορρίψω αυτή τη βλακεία… Θα μπούμε μέσα, γαμώτο!»
Ο Θανασιώτης πήρε ευλαβικά στα χέρια του τα χειρόγραφα, όπως έκανε πάντοτε με όσους δυσκολευόταν να ξεφορτωθεί…
«Μπάμπη, ο Γιώργος, όπως ξέρουν οι πάντες, είναι ο συγγραφέας των μπεστ σέλερ ‘‘Ο Γκαπ φιλούσε υπέροχα’’ και ‘‘Κώδικας Γκαπ’’. Δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο που να μπορεί να τον αγνοήσει». Ο Θανασιώτης έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Γύρισε τις πρώτες σελίδες και διάβασε την αφιέρωση: στον Draaisma, από τον Μπάμπη…
«Τρέχα γύρευε ποιος πυροβολημένος θα είναι κι αυτός…», σκέφτηκε κι ένα μισό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του.
Άνοιξε στην τύχη μια σελίδα: «Γιατί η ζωή επιταχύνεται όσο μεγαλώνουμε. Πώς η μνήμη διαμορφώνει το παρελθόν μας», διάβασε. Εξυπνάδες! Άμα μεγαλώνεις γρήγορα αυτά παθαίνεις! Ας πρόσεχες… Διάβασε παρακάτω: «Στην κλεψύδρα οι κόκκοι της άμμου, καθώς τρίβονται μεταξύ τους, λειαίνονται, ώσπου τελικά κυλούν όλο και πιο αβίαστα και γρήγορα από τον έναν χώρο στον άλλον, λες και το στόμιο που τους χωρίζει μεγαλώνει. Οσο πιο παλιά είναι η κλεψύδρα τόσο πιο γρήγορα τρέχει. Απαρατήρητη, η κλεψύδρα μετράει ακόμα πιο σύντομες ώρες».
Ναι, λοιπόν, ήταν σίγουρο: Ο Γιώργος ο Γκαπ είχε βάλει το χεράκι του. Αυτό το κείμενο ήταν δημιούργημα ανθρώπου που έχει τη βίδα του με τον χρόνο. Ή που επηρεάζεται από κάποιον τέτοιον. Κοίταξε τον Μπάμπη με υποψία.
«Σε απασχολεί από παλιά η έννοια του χρόνου, Μπάμπη;» ρώτησε γλυκά και μαλακά. «Μίλα μου ανοιχτά ― εδώ είμαστε όλοι φίλοι σου, μη φοβάσαι».
Ο Μπάμπης ένοιωσε μια αδιόρατη απειλή να πλανάται στο γραφείο του μεγαλοεκδότη. Ήξερε ότι ο Κώστας Θανασιώτης ήταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Ήξερε και με ποιον τρόπο χρησιμοποιούσαν παλιά αυτοί την ψυχιατρική… «Όχι, δεν με απασχολεί ποτέ», απάντησε αποφασιστικά.
«Και γιατί έγραψες ολόκληρο βιβλίο για ένα θέμα που δεν σε απασχολεί καθόλου, Μπάμπη;» ξαναρώτησε μαλακά και προσεκτικά ο Θανασιώτης.
«Για τα λεφτά», είπε όσο πιο σκληρά μπορούσε ο Μπάμπης.
«Για τα λεφτά…» επανέλαβε σαν ηχώ ο Θανασιώτης. «Έχεις ανάγκη από χρήματα, έτσι Μπάμπη;»
«Από την εφημερίδα θα πληρωθώ με το τέταρτο κοινοτικό πακέτο. Με αυτούς τους υπουργούς στην κυβέρνηση βλέπω τον Καραμανλή να φεύγει νύχτα για το Παρίσι. Κι εκεί τα κοινοτικά πακέτα χάνονται… Τα καταπίνει ο Σηκουάνας», απάντησε ο Μπάμπης, αν και έμοιαζε περισσότερο να μιλάει στον εαυτό του πια. «Φοβάμαι ότι το πιθανότερο είναι να πληρωθώ τελικά με μπουλόνια από αμερικάνικα μαχητικά…»

Advertisements