Αστειεύεσαι συνεχώς. Κάνεις πλάκα με σένα τον ίδιον, πειράζεις τους άλλους, χασκογελάς με το σύμπαν. Τι προσπαθείς να κρύψεις; Τι φοβάσαι; Ισως αυτή τη θλίψη που σε περιμένει κάπου ντυμένη νυφούλα. Γυναίκα που ξέρει πως αργά ή γρήγορα θα γυρίσεις κοντά της. Καμιά άλλη δεν θα μπορέσει να κλέψει για πολύ την καρδιά σου. Στο βάθος, της ανήκεις — πάντα της ανήκες… Και κάποια μέρα θα το αναγνωρίσεις και γονυπετής θα της παραδοθείς.
Είσαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ούτε καν αυτό: είσαι φτιαγμένος γι’ αυτήν. Εκείνη τριγυρνά και παίρνει όποιον ευάλωτο βρίσκει μπροστά της. Η femme fatale που όσο και να περιγελάσεις, όσα κόλπα και άμυνες να επιστρατεύσεις, στο τέλος θα έχει το πάνω χέρι. Που στιγμές – στιγμές, όταν είσαστε μόνοι οι δυο σας, είναι γλυκειά σαν το μυρωμένο αεράκι της άνοιξης. Κι άλλες φορές είναι μέγαιρα, απαιτητική, σου παίρνει τα πάντα και δεν της φτάνουν, αδιάφορη σα θεά, σαν κακομαθημένο παιδί, σαν νεοφώτιστη γυναίκα…
Η Θλίψη. Το απόσταγμα της εμπειρίας και των ενθουσιασμών. Το ίζημα της Πίστης που δεν μπόρεσες ποτέ να της σταθείς πιστός.
Απολαμβάνεις σαν κλέφτης τις στεγνές μέρες που κέρδισες κάτω από τον ήλιο. Χαμογελάς στα πρωινά χωρίς πονοκέφαλο και ανάσα κομμένη απ’ τα τσιγάρα. Αλλά χρωστάς στον εαυτό σου να θυμάσαι πως είσαι μετανάστης σ’ αυτόν τον τόπο, ξενιτεμένος σε αναζήτηση «καλύτερης μοίρας». Πατρίδα σου είναι αυτή του Καζαντζίδη. Την κρύβεις για να μη φανείς μελό. Παριστάνεις τον κοσμοπολίτη, να κρύψεις τάχα τις θλιμμένες αγάπες σου. Χαίρεσαι αυτά τα πρωινά για να ξεφύγεις από τα δειλινά που σου γνέφουν, κι εσύ κάνεις πως δεν τα γνωρίζεις, δεν τα πρόσεξες…
Λένε πως, γερνώντας, γυρίζουμε βήμα το βήμα στον τόπο απ’ όπου ξεκινήσαμε. Σαν πεταλούδες που γυρεύουν να κάψουν τα φτερά τους στο δικό τους θλιμμένο ημίφως.

Advertisements