Ο Μπάμπης ξύπνησε μ’ ένα κακό προαίσθημα. Φοβόταν! Δεν ήξερε τι ακριβώς, αλλά ένας φόβος του μάγκωνε την καρδιά… Με την κακή αυτή διάθεση να κυριαρχεί μέσα του, ετοιμάστηκε και πήγε κατευθείαν στα γραφεία της εφημερίδας. Έπρεπε να μάθει μήπως συνέβαινε κάτι κακό στην εφημερίδα. Καμιά εθελουσία έξοδος, ας πούμε, καμιά ελαστικοποίηση, καμιά αύξηση παραγωγικότητας… Ή κανένα «Εδώ όλοι είμαστε μια οικογένεια». Αυτό το τελευταίο ο Μπάμπης είχε μάθει πως είναι το πιο τρομακτικό. Έτσι άρχιζαν πάντοτε τα χειρότερα… «Εδώ είμαστε μια οικογένεια»… Ίσως γι’ αυτό ο Μπάμπης να μην είχε κάνει μέχρι τώρα δική του οικογένεια. Άλλαζε βλέπεις στη δουλειά του κάθε τόσο οικογένειες… Κι αυτές που ανήκε κατά καιρούς δεν του πολυάρεσαν. Δηλαδή, καλές ήταν, αλλά δεν μπορούσες και να στηριχτείς πάνω τους. Είχε γενικά σχηματίσει κακή αίσθηση για τις οικογένειες.
Στο μετρό διάβασε στα πεταχτά τις εφημερίδες. Ο Καραμανλής θα έσπαζε επιτέλους τα αυγά που κρατούσε τόσον καιρό στην αυγουλιέρα του ψυγείου του. Ο φόβος κύκλωσε πάλι τον Μπάμπη. Τι φοβόταν, διάολε; Μήπως τα αυγά είχαν χαλάσει τόσον καιρό μετά; Απεχθανόταν τη μυρωδιά των χαλασμένων αυγών, αλλά όχι κι έτσι. Μήπως φοβόταν ποιος θα φάει την ομελέτα μετά; Αφού ήταν απλό: εάν ήταν χαλασμένα τα αυγά, θα την έτρωγε ο Μπάμπης. Όλοι οι Μπάμπηδες αυτού του κόσμου, για την ακρίβεια. Εάν τα αυγά που θα έσπαγε ο Καραμανλής ήταν εντάξει, την ομελέτα θα την έτρωγε ο… Μπόμπολας. Για την ακρίβεια, όλοι οι Μπόμπολες του κόσμου. Άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο. Μπα, ούτε αυτό ήταν που φοβόταν. Αυτά τα ήξερε ήδη. Κάτι άλλο τον φόβιζε. Αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι.
Στην αίθουσα συντακτών η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι ― όχι χαλασμένο αυγό, ο Μπάμπης μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Η μυρωδιά του μπαρουτιού είναι έντονη: πρόκειται για εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά που έχουν τα χαλασμένα αυγά πριν σπάσουν… Είχε προγραμματιστεί έκτακτη σύσκεψη. Θα μιλούσε σε όλους ο Κώστας Καλάπας, ο διευθυντής της εφημερίδας. Και, όπως ψιθυριζόταν, είχε να κάνει σημαντικές ανακοινώσεις.
O Κώστας Καλάπας στάθηκε για λίγο σιωπηλός και τους κοίταξε έναν έναν στα μάτια. «Πήρα κάποιες αποφάσεις», είπε ξερά. «Ομελέτα δεν γίνεται άμα δεν σπάσουμε αυγά…»
Η φωνή του Καλάπα χανόταν στο βάθος κάποιου τούνελ που είχε ξεφυτρώσει στα αυτιά του Μπάμπη απ’ το πουθενά. Κι ο Μπάμπης έπεφτε μέσα στο τούνελ! Αυτός ο φόβος πάλι! Ίσως έφταιγε η λέξη «αυγά». Αυτή η καταραμένη λέξη… Μήπως ήταν πρόβλημα χοληστερίνης; Ο υποχόνδριος που έκρυβε βαθιά μέσα του ο Μπάμπης ανέβηκε απότομα στην επιφάνεια, γρήγορα όμως ο Μπάμπης επανέκτησε τον έλεγχο. «Και τότε γιατί δεν φοβάμαι όποτε ακούω τη λέξη ‘‘πίτσα’’;» Ο Μπάμπης χαμογέλασε. Όχι, δεν ήταν η χοληστερίνη. Αλλά τότε, τι ήταν; Το χαμόγελο εξαφανίστηκε και πάλι.
Η φωνή του Καλάπα επανέφερε τον Μπάμπη στο εδώ και τώρα. «…ώσπου να αυγοκόψει.»
Τι στο διάολο έλεγε ο Καλάπας; Ο Μπάμπης συγκεντρώθηκε και προσπάθησε να ακούσει τον διευθυντή του. Έκλεισε και την τηλεόραση που έπαιζε δίπλα του ― αυτή η Βέφα του έδινε στα νεύρα…
«Δείτε για παράδειγμα τις φαρμακευτικές εταιρείες», έλεγε ο Καλάπας. «Έχουν συμφέρον να είμαστε άρρωστοι, και μάλιστα να έχουμε συνεχώς κάποιες καινούργιες αρρώστειες, προκειμένου να βρίσκουν συνεχώς καινούργια φάρμακα. Έτσι κι εμείς. Έχουμε συμφέρον να υπάρχει έλλειψη ενημέρωσης στους πολίτες για να τους ενημερώνουμε εμείς! Η τηλεόραση είναι ευλογία για μας. Ο Ρουσόπουλος, ο Αντώναρος κι ο Ακριβάκης είναι οι σωτήρες μας. Από δω και πέρα, λοιπόν, θέλω να γράφετε τα μισά απ’ όσα ξέρετε. Τα υπόλοιπα θα τα υπονοείτε, θα τα υπαινίσσεστε, θα παριστάνετε ότι ξέρετε πολύ περισσότερα απ’ όσα μας κάνετε τη χάρη να πείτε ή να γράψετε. Για παράδειγμα, Μπάμπη, κάνε μας τον Τριανταφυλλόπουλο, σε παρακαλώ… Ή τον Τράγκα ― όποιον θέλεις».
«Μα… Δεν μπορώ… Έτσι… Τώρα…»
«Αυτό ακριβώς εννοώ. Ευχαριστώ, Μπάμπη. Ποτέ δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσετε ανοιχτά. Όταν, όμως, έρθει η ώρα, έχετε πολλά να πείτε. Καταλάβατε; Δώρα, μπορείς να με ενημερώσεις τώρα με τον τρόπο της Παναγιωταρέα;»
«Εγώ…»
«Ευχαριστώ, Δώρα, αυτό εννοούσα».
Ο Μπάμπης είχε απομείνει εμβρόντητος. Η Δώρα Βακογιάννη, η γυναίκα που είχε κυριαρχήσει στο παρελθόν του, το θηλυκό που στοίχειωνε το παρόν του, ο καημός που έκρυβε από τα μάτια του το μέλλον, το Δωράκι ήταν ξανά μαζί τους!
Δεν την είχε προσέξει τόση ώρα, έτσι που ήταν μισοκρυμμένη πίσω από τους άλλους συντάκτες. «Φοβερή γυναίκα», σκέφτηκε ο Μπάμπης καθώς κοίταζε τα μαλλιά της που τα έπαιρνε ο μεγάλος ανεμιστήρας της αίθουσας συντακτών… Ο Μπάμπης χάθηκε πάλι στους μυστήριους δρόμους της πληγωμένης καρδιάς του, ενόσω η φωνή του Καλάπα ξεμάκραινε και πάλι στο γνωστό τούνελ…
Ναι, ο Μπάμπης ήθελε να βρει μια γυναίκα και να παντρευτεί, να νοικοκυρευτεί, επιτέλους! Το είχε συνειδητοποιήσει τη στιγμή που η εικόνα του Καμένου στο γυαλί της τηλεόρασης του έκαιγε τα μάτια! «Θέλω κι εγώ…», είχε μονολογήσει με πικρό παράπονο. «Θέλω κι εγώ να παντρευτώ…». Και μετά ο Τριανταφυλλόπουλος. Λες κι όλος ο κόσμος συνομωτούσε να τον πικράνει. Είχε κλείσει τα μάτια του. Και τότε άρχισε να ακούει φωνές να τον κοροϊδεύουν: «Ο Μπάμπης το μπακούρι!». Έκλεισε και τ’ αυτιά του. Μετά σκέφτηκε ότι έμοιαζε με την «Κραυγή» του Munch και κατέβασε τα χέρια του. Δεν θα έβρισκε έτσι γυναίκα!
Και τώρα είχε εμφανιστεί στη ζωή του αυτή η γυναίκα!
Το γλυκόπικρο απωθημένο του. Έβλεπε ήδη με τα μάτια της φαντασίας του τα δυο τους σ’ ένα δυαράκι στα Πατήσια να χαίρονται τον έρωτά τους. Σεμνά και ταπεινά. Σαν τον Καμένο. Δεν χρειαζόντουσαν τίποτα παραπάνω. Δυο π’ αγαπιούνται είναι πολλοί. Ίσως να έκλειναν το πολύ – πολύ και τον ημιυπαίθριο να κέρδιζαν ένα δωματιάκι παραπάνω…
Ο Μπάμπης απόμεινε σκεφτικός. Καινούργια τρομακτικά ερωτήματα τριγυρνούσαν στο μυαλό του: Μήπως αυτό ήταν που φοβόταν απ’ το πρωί; Μήπως φοβόταν τον έρωτα; Μήπως φοβόταν την ίδια τη ζωή; Μήπως φοβόταν να ξαναγαπήσει; Αυτή η ψυχή, η Δρούζα, τι είχε απογίνει;
Και τότε τα κατάλαβε όλα! Η αλήθεια έλαμψε σαν αστραπή στο μυαλό του. Όχι, δεν ήταν ο έρωτας που φοβόταν. Δεν ήταν ούτε τ’ αυγά του Καλάπα. Ήταν αυτά που υπονοούσε ο Γεωργίου αργά τις νύχτες για το Απολλωνάκι! Ήταν ο Ψωμιάδης και η συγχώνευση με τον Ακράτητο. Πώς θα την έλεγαν την ομάδα; «Ακράτητος Απόλλων»; Ο Μπάμπης φοβόταν τα συνθήματα των αντιπάλων. Αυτά για τα «Σλιπάντ»…

Advertisements