Το αρρωστιάρικο πράσινο του νοσοκομείου κούρασε τα μάτια σου. Δεν είναι ο πόνος που θα σε λυγίσει τελικά. Είναι το κουράγιο σου που λίγο λίγο το χάνεις. Και μαζί το νόημα όλων αυτών. Ο στόχος όλο και σου φαίνεται πιο άδειος, ανούσιος, πιο λίγος. Μοιάζει όλο και λιγότερο ν’ αξίζει τον κόπο.
Απομένει όμως ένα ερωτηματικό που μου φαίνεται το πιο ουσιαστικό απ’ όλα: Γιατί το μερτικό σου από τα πάθη και τους πόνους του κόσμου να μην ήταν κάτι λιγότερο; Και σ’ αυτό ακραίος, χωρίς μέτρο, άνθρωπέ μου; Ή μήπως βρήκες πάλι τον τρόπο να δραπετεύσεις από το τουρλουμπούκι της ζωής;
Δεν μου απαντάς… Βρε ανόητε, προσπάθησες να ζήσεις χωρίς να πληρώσεις το συνηθισμένο, προβλεπόμενο εισιτήριο στη ζωή. Και ξεπαραδιάστηκες στα πρόστιμα ― χωρίς να έχεις ευχαριστηθεί και το ταξίδι. Λαθρεπιβάτης, που η αξιοπρέπειά του δεν τον αφήνει να κρυφτεί στη σκευοφόρο, κι έτσι κάθεται στητός και καμαρωτός και πληρώνει πρόστιμα σε κάθε σταθμό. Άραγε, μήπως έφτασε η ώρα να σε πετάξουν κι έξω από το τραίνο;
Κι ό,τι που είχες πει να μη δραπετεύσεις αυτή τη φορά από τις αγάπες σου, να μείνεις επιτέλους και να τις τιμήσεις με ανθρώπινες τελετές ― και όχι στις βουβές και μοναχικές, τις ιδιωτικές τελετές σου. Ιδιοκατασκευές που ποτέ δεν τις αποτελείωνες, κυνηγημένος από πολεοδομικές ρυθμίσεις και δύστροπους γείτονες.
Ξέρω, δεν σε πονάει τόσο που πεθαίνεις. Ούτε νιώθεις πως δεν έζησες και δεν ακολούθησες την τρέλα σου. Αυτό που πονάει είναι που όποτε ταξίδευες στην Α’ θέση κοίταζες να περάσεις απαρατήρητος, κι όταν ήσουν στην τουριστική ήλπιζες ν’ αλλάξεις πάλι θέση. Κι έχασες τα καλύτερα απ’ το ταξίδι…
Αλλά έτσι δεν γίνεται με όλους; Ακόμα και μ’ αυτούς που τους είχαν κρατημένες τις θέσεις και προπληρωμένα τα εισιτήρια; Άλλα σκεφτόντουσαν κι αυτοί την ώρα που τα δέντρα τους έγνεφαν και κάποια ποτάμια τους καλωσόριζαν στα μέρη τους.

Advertisements