Πέθανε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ξέρω, η είδηση δεν ενδιαφέρει και πολλούς. Θα έπρεπε, όμως. Όχι μόνο λόγω της ποιότητας της δουλειάς του, αν και αυτή από μόνη της θα αρκούσε. Ούτε μόνον λόγω της στάσης που επέλεξε στη ζωή του σε διάφορες καταστάσεις. Κι αυτή από μόνη της θα αρκούσε. Αλλά επειδή φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον άνθρωποι μιας γενιάς που δεν φαίνεται να έχουν συνέχεια. Όχι αντικατάσταση. Συνέχεια. Σαν, φεύγοντας αυτοί, να τελειώνει κάτι οριστικά. Άλλα ―καλύτερα ή χειρότερα, είναι παρακινδυνευμένο να πεις― έρχονται και σβήνουν από τα μυαλά των ανθρώπων όσα προηγήθηκαν. Μόνον το αίμα κάποιων, πιο ηλικιωμένων, αναγκαστικά, μπορεί να διατηρεί κάποιες μνήμες των εποχών που προηγήθηκαν.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έκανε τη ζωή του ποιητική πράξη. Με το είδος ποίησης που είναι πράξη ζωής. Θα μπορούσε αυτή να είναι η πορεία του «στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας». Ή, ίσως, η αύρα της της σιωπής του από το 1975 και μετά. Ίσως, πάλι, όπως είχε πει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, επειδή «η ποίηση είναι έργο της νεότητας: Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Χρησιμοποιήθηκε πολύ για την ποιητική γενιά του Αναγνωστάκη ο όρος «ποίηση της ήττας». Και υπέβοσκε πάντοτε, όπου διάβαζα αυτήν την έκφραση, μια αίσθηση πολιτικο-κοινωνικής ήττας. Ή πολιτισμικής ― δεν έχει σημασία. Δεν συνάντησα, όμως, πουθενά (δεν έτυχε, ίσως), μιαν άλλην απόχρωση σε αυτόν τον όρο: την ήττα της ανθρώπινης ζωής. Τη φυσιολογική κατάληξη.
«Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε, χάναμε ολοένα. Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;»
Τώρα που ο Αναγνωστάκης κατέληξε, ποιος θα πει το «Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς».

Advertisements