Ο Μπάμπης ήταν πολύ μπερδεμένος τελευταία. Όλα όσα ήξερε έμοιαζαν πια να μην αρκούν για να ερμηνεύσουν όσα συνέβαιναν γύρω του. Στην εφημερίδα όλοι οι συνάδελφοί του έμοιαζαν πότε πότε ξένοι. Άγνωστοι. Σαν να έρχονταν από κάπου αλλού. Ή, ίσως, να ήταν ο Μπάμπης που ερχόταν από κάπου αλλού. Εκείνοι ήσαν πάντα εδώ ― ο Μπάμπης, ίσως, να τους έβλεπε για πρώτη φορά όπως πάντοτε ήσαν…
Και πρώτος απ’ όλους ο διευθυντής της εφημερίδας New Prooptiki Times, ο Κώστας Καλάπας. Τον θυμόταν πριν αναλάβει την εφημερίδα: ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Γλεντζές κι ανοιχτόκαρδος. Πώς είχε καταντήσει έτσι τελευταία; Κρυψίνους, καχύποπτος, ιδιοτελής… Μπορεί πάλι, ο Μπάμπης να έκανε λάθος. Να επρόκειτο απλώς για μια λάθος εντύπωσή του, κάτι να παρερμήνευε. Αλλά κι ο αρχισυντάκτης, ο Γιώργος ο Γκαπ, σαν να είχε αλλάξει ριζικά τον τελευταίο καιρό. Όλοι τον θυμόντουσαν ως «το παιδί», τόσο απλός και πρόσχαρος ήταν. Έως και αφελής, θα μπορούσε να πει κανείς… Και ξαφνικά είχε γίνει ένας πανούργος αρχισυντάκτης που κοιμόταν και ξυπνούσε με το όνειρο να πάρει τη θέση του Καλάπα. Ένας ραδιούργος υπονομευτής της διευθυντικής καρέκλας. Ο Κώστας Καλάπας, βέβαια, που τον είχε πάρει χαμπάρι τι κουμάσι ήταν, σπανίως έφευγε πια από τα γραφεία της εφημερίδας. Ήθελε να τον έχει από κοντά, να τον ελέγχει… Δεν του είχε καμία εμπιστοσύνη. Από την άλλη, και σε ποιον είχε εμπιστοσύνη ο Καλάπας; Σε κανέναν! Κάθε τόσο ζητούσε ψήφο εμπιστοσύνης από τους πάντες: τους συντάκτες, το διοικητικό προσωπικό, από τους περαστικούς, από τη γυναίκα του και τα παιδιά του, από τον διαχειριστή της πολυκατοικίας, τους ενοίκους του ρετιρέ, από τον Πάκη…
μεσότιτλος: Ο Γκαπ υποκινεί ανελέητα τον Μπάμπη
O Μπάμπης έπρεπε όμως να γράψει για την εφημερίδα. Έδιωξε όλες αυτές τις ανησυχίες από το μυαλό του, έφτιαξε καφέ και κάθισε μπροστά στο λάπτοπ. Κοίταξε πρώτα το e-mail του. Τα γνωστά: Βιάγκρα, πώς να μεγαλώσετε το πουλί σας, επενδυτικές ευκαιρίες στη Νιγηρία, διάφορα τζάμπα… Ο Μπάμπης τα έσβηνε με ταχύτητα το ένα μετά το άλλο, μέχρι που έμεινε με το ποντίκι στο χέρι… Και τον κέρσορα να αναβοσβήνει απειλητικά στην οθόνη. Ο Γιώργος ο Γκαπ το είχε παρακάνει αυτήν την φορά! Τον υποκινούσε! Ο πανούργος αρχισυντάκτης έστελενε υποκινητικά e-mail στον Μπάμπη (και ένας θεός ξέρει σε ποιους και πόσους άλλους…) με γυμνές γκόμενες σε ανατρεπτικές στάσεις. Αυτή τη φορά όμως είχε ξεπεράσει τα όρια! Στις φωτογραφίες, μια νεαρά επεδείκνυε ανάρμοστη συμπεριφορά στη βεράντα ενός ρετιρέ! Το υπονοούμενο ήταν σαφές και ο Μπάμπης δεν μπορούσε να το παραγνωρίσει. Ο Μπάμπης αναγνώρισε τα σαφή σημάδια της υποκίνησης του Γκαπ στο παντελόνι του…
«Πρέπει να αντισταθώ στη διαλυτική επιρροή του Γκαπ», σκέφτηκε ο Mπάμπης. «Πρέπει να γράψω για την εφημερίδα! Ο Καλάπας περιμένει τα κείμενά μου. Πρέπει όλοι να συμβάλλουμε στην προσπάθειά του να εκσυγχρονίσει την εφημερίδα! Οι μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες. Αυτό το καταλαβαίνουμε όλοι. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με τους ενοίκους του ρετιρέ να κάνουν φασαρία και να μην μας αφήνουν να δουλέψουμε. Ο Καλάπας έχει δίκιο! Πρέπει να μετακομίσουμε! Να προσαρμοστούμε ήπια. Αντί να πηγαίνουμε με τα Smart στην Πλατεία Αττικής, ας πηγαίνουμε με το τρόλει το 12 στο Περιστέρι… Δεν μπορούμε έτσι ξαφνικά να πάμε και με Cherokee στη Γλυφάδα… Είπαμε: ήπια προσαρμογή…»

Η Νέα Διεύθυνση

O Μπάμπης έκλεισε το λάπτοπ, πήρε τον καφέ, πήγε στην αγαπημένη του πολυθρόνα και βυθίστηκε στις σκέψεις του. Ήθελε να δουλέψει για τον Καλάπα. Αλλά ο Γκαπ δεν τον άφηνε σε ησυχία με τα e-mail του. Τον αλάλιαζε τη μια με ξανθές, την άλλη με μελαχρινές. Μερικές φορές μαζί, άλλοτε χώρια. Και όταν πήγαινε να γράψει τα φαρμακεία, αρκούσε μια κοκκινομάλλα… Η άρση της μονιμότητας ήταν ήδη γεγονός, του έλεγε ο Γκαπ με τον τρόπο του… Και η ελαστικότητα ήταν ήδη γεγονός, αυτό πια ήταν προφανές… Αλλά δεν τον τρόμαζαν τον Μπάμπη όλα αυτά. Το μόνο που τον ανησυχούσε με τις μεταρρυθμίσεις ήταν το «ξεκίνημα των διαπραγματεύσεων από μηδενική βάση»… Δηλαδή δεν θα διαπραγματευόταν τον μισθό του; Τι σήμαινε το «μηδενική βάση»; Μήπως ξεκίναγαν οι διαπραγματεύσεις από «μηδενικό μισθό» κι από κει και πέρα ό,τι αρπάξουμε κι ό,τι φάμε;
Ο Μπάμπης καθησύχασε τον εαυτό του. Αποκλείεται. Ο Καλάπας είχε πει πέρυσι ότι θα τρώμε με χρυσά κουτάλια και θα γράφουμε με Μont Blanc. Ο Μπάμπης πίστευε στον Καλάπα. Δεν θα άφηνε τον Γκαπ και τις ξετσίπωτες με το αμαρτωλό παρελθόν να υπονομεύσουν το έργο της Νέας Διεύθυνσης της εφημερίδας. Η ελπίδα του ήταν αυτή, η Ν.Δ., όπως την αποκαλούσαν χάριν συντομίας στην εφημερίδα. Η Νέα Διεύθυνση δεν είχε αλλάξει και τίποτα, βέβαια, όλα ίδια ήσαν στην εφημερίδα, αλλά υπήρχε ελπίδα, υπήρχε όραμα, υπήρχε έμπνευση. Διαφημίσεις δεν υπήρχαν, αλλά, πού θα πάει, θα έρθουν κι αυτές. Η Νέα Διεύθυνση του Καλάπα θα φρόντιζε και γι’ αυτό, ο Μπάμπης ήταν σίγουρος! Κι ας ήξερε τι εννοούσε ο Γκαπ όταν μουρμούριζε εκείνη την ακατάληπτη λέξη την ώρα που μιλούσε ο Καλάπας στη σύσκεψη. Την είχαν ακούσει κι άλλοι, αλλά οι περισσότεροι υποστήριζαν ότι απλώς τον έπιανε λόξυγκας. Ακουγόταν σαν «ΣΟΚ» ή σαν να του κοβόταν η ανάσα. Ο Μπάμπης, όμως, ήξερε. Έλεγε «ΠΑΣΟΚ.», μια συνθηματική λέξη που καταλάβαιναν μόνο οι μυημένοι και σήμαινε Πριν Από Σας Όλα Καλύτερα. Ας ήταν, ο Μπάμπης δεν το είχε πει σε κανέναν, αλλά ο ίδιος επανάλαμβανε από μέσα του την ώρα της σύσκεψης «Ν.Δ.» Σαν προσευχή. Και σαν εξορκισμό απέναντι στις διαολεμένες τις σουρλουλούδες που του έστελνε στο e-mail αυτός ο αδίστακτος υποκινητής, ο Γκαπ.

Ο Μπάμπης σηκώθηκε και ξαναπήγε στο λάπτοπ. Είχε φτάσει ένα καινούργιο e-mail. Το άνοιξε με ένα άσχημο προαίσθημα. Ήταν αυτό που φοβόταν: Μια ημίγυμνη νεαρά τον υποκινούσε πάλι. Τα μάτια του Μπάμπη προσπέρασαν γρήγορα το στήθος της και στάθηκαν στο μινιμαλιστικό στρινγκ, που ήταν, άλλωστε και το μοναδικό ύφασμα στη φωτογραφία. Ναι, ο Γκαπ ήξερε τι έκανε. Σε αυτό το στρινγκ μόνο πέντε γράμματα χωρούσαν. Και αυτά ακριβώς ήσαν γραμμένα: «Έβερτ»…

Advertisements