Στο βάθος του κόσμου, υπάρχουν κάποιες μορφές. Κινήσεις, χειρονομίες και μορφασμοί που γυρεύουν ένα σώμα για να κουρνιάσουν. Σκέψεις που αναζητούν ένα μυαλό να ζεσταθούν.
Aς τις πούμε «σκεπτομορφές». (Και δεν θα ’μαστε και οι πρώτοι που θα το κάνουμε, άλλωστε…) Σκέψεις με μορφή, αλλά χωρίς το σώμα των λέξεων ή των εννοιών. Μορφές που το μοναδικό τους όχημα είναι η ακατέργαστη σκέψη. Πολλά βήματα πριν γίνει στοχασμός…
Στο βάθος του κόσμου υπάρχει κάτι που μου θυμίζει εσένα. Πήρες τόσες διαφορετικές μορφές μέχρι τώρα… Πώς να σε αναγνωρίσω; Υπάρχουν τόσα που σε θυμίζουν. Ποιους κόκκους άμμου να κρατήσω και ποιους ν’ αφήσω να φύγουν απ’ το χέρι μου;
Δεν με νοιάζει πού ήσουν πριν σε συναντήσω. Δεν με νοιάζει ποιος δρόμος σε έφερε σε εκείνο το σταυροδρόμι που συναντηθήκαμε. Δεν με νοιάζει ούτε ποια ήσουν πριν. Δεν με νοιάζει ούτε ποια θα γίνεις αύριο. Και δεν με νοιάζει γιατί εδώ κλέβω λίγο: έχω κοιτάξει τη μοιρασιά. Σε ξέρω ήδη. Δεν είσαι σκέψη, κι ας έχεις μορφή. Μια επιθυμία είσαι, μια λαχτάρα που υπήρχε μέσα μου πολύ πριν εμφανιστείς. Σε είχα μέσα μου πάντα. Γκαστρωμένος σε σένα, έφτασα ως εδώ για να λευτερωθώ. Από σένα και το χρέος μου. Μετράω τις μέρες μου. Τις μέρες που κατέθεσα στο παγκάρι της δικής μου εκκλησίας. Τα χρόνια που μου απομένουν από τη στιγμή που σε γέννησα και απελευθερώθηκα.
Τώρα θα πρέπει να σταθείς στα πόδια σου. Να ταξιδέψεις τα δικά σου ταξίδια. Αυτό που θέλω, απόψε, εδώ που καθόμαστε, σ’ αυτή τη βεράντα που προσπαθώ να δω το πρόσωπό σου στο ημίφως ( μόνο στο ημίφως εμφανίζονται τα πραγματικά μας πρόσωπα ― το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι; ) να αγγίξω την τρικυμία σου, να βουλιάξω στις γλύκες σου, απόψε, αυτό που θέλω είναι να μη με δώσεις. Να μη γυρίσεις στα ψέματά σου.
Ίσως, πάλι, και να σε ζηλεύω: Τα δικά μου ψέματα τα ξόδεψα και τέλειωσαν εδώ και πολύ καιρό.

Advertisements