Τα χρόνια φεύγουν. Kι εγώ μένω πίσω, μόνος στον σταθμό, κοιτάζω εκεί που λίγο πριν ήταν μια αμαξοστοιχία ― κόσμος πολύς ανέβαινε και κατέβαινε, φιλιόντουσαν, χαιρεντιότουσαν. Κάποιοι είχαν δεύτερες σκέψεις και τις έκρυβαν, άλλοι φοβόντουσαν κι άλλοι το έκρυβαν. Άλλοι, πάλι, όχι. Τώρα έχω μείνει μόνος μου. Κοιτώ τις γραμμές του τραίνου, αναμασάω τις δικές μου αγάπες και τους δικούς μου φόβους. Κάποιους απ’ αυτούς τους φόβους τους πήραν μαζί τους τα χρόνια που έφυγαν, κάποιους μου τους άφησαν αμανάτι… Και τώρα πια, απομείναμε εγώ κι αυτός ο σταθμός. Ο δικός μου, πλέον, σταθμός. Οι επόμενοι είναι για κάποιους άλλους, νεώτερους, ίσως και καλύτερους, ίσως απλώς πιο εξοπλισμένους… Εγώ παντρεύτηκα πια αυτόν τον συγκεκριμένο σταθμό. Το τραίνο μας προσπέρασε και συνέχισε Μέχρι εδώ μπόρεσα να φτάσω. Τώρα θα κάτσω σε αυτόν τον σταθμό, θα πιω τον καφέ μου και θα χαζεύω τα τραίνα που θα περνούν. Θα φαντάζομαι για πού πηγαίνουν, αλλά, κυρίως, θα ξέρω από πού έρχονται. Πονάει λίγο που δεν είμαι πια επιβάτης στο τραίνο. Λίγο. Αγαπάω τον σταθμό μου, αλλά δεν είναι παρά ένας απόμερος σταθμός σε κάποιο ξεχασμένο χωριό του κόσμου. Ο κόσμος έχει άπειρες παραλλαγές που θα μου διαφύγουν. Επειδή δεν θα είμαι εκεί. Θα κρατήσω μόνο μια στιγμή, μια εικόνα του κόσμου, που ταίριαξε για μια στιγμή με την δική μου προσωπική συνείδηση. Το δικό μου παράθυρο στον κόσμο.
Αλλά και δεν με νοιάζει…. Θα θυμηθώ τα νιάτα μου και όλους τους σταθμούς που τα σημαδέψανε, θα στοχαστώ τη ζωή μου αλλά και τις ζωές που βλέπω να περνούν βιαστικές απ’ τα παράθυρα των τραίνων (δεν προσέχουν καν αυτόν τον ψιλοέρημο σταθμό όπου κατέληξα). Θα τους στείλω ένα διακριτικό κατευόδιο και θα γυρίσω στα δικά μου. Τα ιδεοληπτικά, οικεία δικά μου. Ψαλιδισμένα από το απέραντο του κόσμου, αλλά οικεία και γλυκά σαν το φιλί της μάνας μου. Που ξέμεινε σε κάποιον σταθμό πιο πριν και θέλει παρέα…

Advertisements