Ο Μπάμπης εξακολουθούσε να είναι μπερδεμένος. Είχε νομίσει για λίγο ότι ο Κώστας Καλάπας θα οδηγούσε την Nea Prooptiki Times σε μια πορεία αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να γίνει αυτό που όλοι ονειρευόντουσαν: μια εφημερίδα με το κύρος των Times, τη σταθερότητα της «Εστίας», την ευελιξία της «Αυριανής», τον διακριτικό και στυλάτο κιτρινισμό της «Ελευθεροτυπίας»… Και ακόμα, την ευρύτητα της θεματολογίας της Espresso, την αμεσότητα της «Χώρας» και του Ρίζου. Και, βεβαίως, την τιμή πώλησης της Metro και της City Press, αν ήταν δυνατόν…
Θα έπρεπε, επίσης, να πρόκειται για μια εφημερίδα με το πάθος του Πολύδωρα, την αισθητική του (Άρη) Σπηλιωτόπουλου, το class της Ντόρας, την απήχηση του Παπαθεμελή…
Αλλά τελευταία, όλο και περισσότερο φοβόταν πως όλα αυτά δεν ήσαν παρά μια χίμαιρα, ευσεβείς πόθοι. Ο Μπάμπης καταλάβαινε πως αρνιόταν να δει μια πραγματικότητα που θα τον πονούσε περισσότερο απ’ το να φτιάχνει καινούργιους λόγους να πιστεύει στον Καλάπα. Γιατί αυτή ήταν η ουσία στο βάθος: ήθελε να πιστέψει στον Καλάπα. Για την ακρίβεια, ήθελε να πιστέψει σε κάτι, σε οποιονδήποτε, δε πα να τον λέγαν Καλάπα ή Δρακουμέλ, ήθελε να πιαστεί από κάπου. Τα πράγματα στην κάθε μέρα του ζορίζανε και ο Μπάμπης είχε ανάγκη σε κάτι να ελπίσει. Κάτι να του λέει ότι όλα αυτά έχουν κάποιο νόημα, για κάπου τραβάνε, για οπουδήποτε… Γιατί ο Μπάμπης είχε από καιρό βαρεθεί τους βολεμένους που διατρανώναν τον ασυμβίβαστο αγώνα τους. Κι όλα αυτά τα ζήτησε κάποτε, το 1981, από τον Αντρέα και προδόθηκε. Τα ζήτησε και από τον Μητσοτάκη μετά το «ελαφρώς λεκιασμένο» ’89 και πάλι ένοιωσε να τον πουλήσανε. Απτόητος τα ξαναζήτησε από τον Σημίτη και, αν και κάτι έγινε (ο Μπάμπης οφείλει να το παραδεχθεί…), στη σούμα πάλι ένοιωθε να έχει πουληθεί… Και τώρα το είχε ζητήσει από το διευθυντή του, τον Καλάπα. Και δεν του άρεσε καθόλου έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα…
Φοβόταν ότι ο Καλάπας ήταν καλών προθέσεων άνθρωπος, αλλά του Μπάμπη δεν του άρεσαν οι πολλές μαγκιές και τα μεγάλα λόγια, τα «Κρατάτε με, μη τους πλακώσω» και στην πράξη τίποτα, ωραία λόγια και όταν το σίδερο κολλήσει στη βράση άλλα ωραία λόγια, για να αγαπηθούμε ακόμη πιο πολύ. Πολύς έρωτας, ναι, αλλά ο Μπάμπης είχε μάθει πια πως ο έρωτας δεν είναι δα και ο καλύτερος σύμβουλος, ούτε σου προσφέρει και το πιο καθαρό μυαλό για να κρίνεις. Συνήθως ένα κάποιο άλλο κεφάλι σου παριστάνει ότι σκέφτεται και έχει αναλάβει τα ηνία κι εσύ δεν έχεις πάρει χαμπάρι, ή ξέρεις κατά βάθος τι συμβαίνει αλλά το θέλεις, το γουστάρεις τόσο πολύ που παραβλέπεις τα καμπανάκια που βαράνε ερήμην σου, τους συναγερμούς που κινητοποιούν το κενό που έχεις αφήσεις πίσω σου: εσύ ταξιδεύεις στη χώρα του Ποτέ – ποτέ, την επικράτεια του Πήτερ Παν, την Ουτοπία του μέσου ψηφοφόρου. Ο Μπάμπης τα ήξερε όλ’ αυτά. Και τα είχε βαρεθεί πια…
Και θα πρέπει να το ομολογήσει. Κάποια στιγμή παρασύρθηκε και από τον Γκαπ. Τον Γιώργο τον Γκαπ. Τον υποκίνησε με τα e-mail που του έστελνε, αλλά… μέχρι εκεί. Τίποτα παραπάνω. Ήταν, βλέπεις, και αυτό το εμπόδιο της «βαθιάς αρχισυνταξίας», ήταν πολύ… αρχισυντάκτης, ρε παιδί μου… Αλλά ως εδώ. Ο Μπάμπης δαγκώθηκε. Δεν ήθελε να χρησιμοποιεί κακές λέξεις, δημοσιογράφος άνθρωπος…
Αλλά και έξω από την εφημερίδα τι συναντούσε; Μια από τα ίδια: ανυποψίαστους, ρηχούς και προνομιούχους ενοικιαστές και ιδιοκτήτες διαφόρων «ρετιρέ». Και τα «υπαρξιακά ρετιρέ» ο Μπάμπης τα συνάντησε σε κάθε γειτονιά: κάτω απ’ το ποτάμι, πάνω απ’ το Μαρούσι και μετά τη στροφή στην παραλιακή.
Ο Μπάμπης τους ζήλευε.
Έζησε κάποτε σε υπαρξιακά υπόγεια. Σαν ενοικιαστής, ευτυχώς. Αν και τότε ένοιωθε ιδιοκτήτης. Με κρυφή υπερηφάνεια φρόντιζε κι αυτός την μικροϊδιοκτησία του. «Μπορεί να ’ναι κόλαση, αλλά είναι η δική μου κόλαση», έλεγε. Ο Μπάμπης χαμογελούσε όποτε τα θυμόταν ολ’ αυτά. Κάποια στιγμή κατάλαβε: στα ρετιρέ εμφιλοχωρεί ένα άλλο είδος ύπαρξης, ένα είδος που ο Μπάμπης το έχασε πολλά χρόνια πριν. Τώρα πια, ούτε ρετιρέ ούτε υπόγειο. Τα πανδοχεία ήταν το σπίτι του…

Για την ώρα θα πήγαινε διακοπές. Είχε ακούσει πολλά καλά λόγια για κάποιον τόπο παραθερισμού ονειρεμένο. Υπάρχει, λέει, εκεί ένα μπουρδέλο πολυτελείας με ανελαστικές δαπάνες λειτουργίας, που οι πουτάνες του έχουν κηρύξει πόλεμο στους νταβατζήδες τους και τους έδιωξαν κακήν κακώς! Οι ντόπιοι, όμως, δεν έχουν λεφτά ούτε για να περάσουν την είσοδο, κι έτσι ο Μπάμπης θα μπορεί να διαπραγματευτεί πολύ καλές τιμές. Για να τον προσελκύσουν, τον διαβεβαίωσαν τηλεφωνικά ότι δεν θα θεωρείται τουρίστας, αλλά επενδυτής…

Dramatis Personae:

Κώστας Καλάπας: Διευθυντής της εφημερίδας Nea Prooptiki Times, την οδηγεί στην Νέα Εποχή με τη στιβαρή Νέα Διεύθυνσή του. Ελίσσεται συνεχώς προκειμένου να αποφύγει τις τρικλοποδιές που του βάζει ο αρχισυντάκτης του.

Γιώργος «Γκαπ»: Αρχισυντάκτης της εφημερίδας, βυσσοδομεί, υπονομεύει, ραδιουργεί και γενικώς κάνει διάφορα πράγματα που δεν ξέρει καλά τις ονομασίες τους στα ελληνικά. Θέλει να γίνει κάποτε διευθυντής, σαν παιδί κι αυτός…

Δώρα Βακογιάννη: Στυλάτη κοσμική Αθηναία, έχει αναλάβει την στήλη των Κοσμικών της εφημερίδας. Το μαλλί «ανεμιστιρέ» αποτελεί το σήμα κατατεθέν της. Γράφει τη στήλη της με στιβαρή, αντρίκεια γραφή. Έχει άλλα τρία επώνυμα από προηγούμενους γάμπους, μπαμπάδες κ.ά.τ., αλλά δεν χωράνε στο μποξάκι.

Πάκης: Συντάκτης της εφημερίδας με ιδιαίτερες ικανότητες. Διαπρέπει γενικώς σε ό,τι κι αν καταπιάνεται, εκτός από τον κανονισμό της πολυκατοικίας του όπου τα έκανε λίγο θάλασσα. Οικολόγος, το χόμπι του είναι η προστασία δασικών εκτάσεων.

Γιώργος Ανδρουτσόπουλος: Deus ex Machina. Φανταστικό πρόσωπο, διευθυντής ανταγωνιστικής φανταστικής εφημερίδας, εμφανίζεται όποτε ξεμένουμε από θέματα…

Μπάμπης: Εσύ…

Advertisements