Ήταν μια δύσκολη βδομάδα για τον Μπάμπη αυτή που πέρασε. Τα προβλήματα στην εφημερίδα συσσωρεύονταν. Οι εποχές του Σταχάνωφ, του ήρωα της σοσιαλιστικής εργασίας, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Το νέο μοντέλο εργαζομένου στην εποχή της «εργασιακής ευελιξίας» ήταν ο Τιραμόλα! Κι ο Μπάμπης δεν ήταν και πολύ ευέλικτος πια. Δεν γυμναζόταν και συχνά, ήταν και ευσυνείδητος ― θα μπορούσες να τον πεις και μονοκόμματο… Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήταν και ετεροφυλόφιλος. Πώς να κάνει καριέρα στα ΜΜΕ;
Θα έλεγε κανείς πως δεν πειράζει, ας πάνε όλα στο διάβολο, ο Μπάμπης ήταν ο εαυτός του. Αμ δε! Δεν ήταν: ήταν απλώς μπακούρι.
Είχε προσπαθήσει κατά καιρούς να κάνει μια σοβαρή σχέση. Πάντοτε κατέληγε «ατυχήσας». Και το είχε σκεφτεί πολύ: Γιατί δεν τα κατάφερνε στις σχέσεις του με τις γυναίκες; Τι έφταιγε, ποια Μεγάλη Θεά τον είχε φτύσει ― μετά τις θνητές που συναντούσε; Είχε σταθεί σκληρός με τον εαυτό του, αλλά είχε καταλήξει: η αιτία ήσαν τα απωθημένα του. Και πρώτο απ’ όλα τα απωθημένα, μια συνάδελφός του: Η Αννούλα… Η Άννα Παναγιωταρέα!
Η αποφασιστικότητα και η ελεγχόμενη γλυκύτητα στη φωνή της τον τρέλαιναν. Η διχρωμία της κόμης αντανακλούσε με απόλυτη συνέπεια το δισυπόστατο της φύσης της, καθηγήτρια και δημοσιογράφος, γυναίκα και ιέρεια, άνθρωπος και λειτουργός, θνητή και θεά… Ο Μπάμπης την ήθελε απελπισμένα.
Το ανομολόγητο πάθος του υπονόμευε κάθε σχέση του. Κατέτρωγε υπόγεια την επιθυμία του για κάθε άλλη γυναίκα. Ήσαν όλες τόσο λίγες μπροστά της. Υπήρχαν κάποιες διανοούμενες που άρεσαν στον Μπάμπη. Υπήρχαν και κάποιες δημοσιογράφοι. Υπήρχαν και κάποιες γυναίκες με τον τσαμπουκά, την επιβολή της. Αλλά καμμιά δεν τα συνδύαζε όλα αυτά όπως η Άννα. Εκείνη ήταν η βασίλισσα των πιο τρελών φαντασιώσεών του. Έτσι την ήθελε ο Μπάμπης τη γυναίκα: αυταρχική αφέντρα, σίγουρη για τον εαυτό της, να βλέπει τον Μπάμπη σαν σκουπίδι. Ο Μπάμπης είχε αναρωτηθεί για ποιο λόγο τον άναβε να τον βλέπει η Άννα σαν σκουπίδι. Αφού με άλλες γυναίκες δεν του άρεσε… Γιατί ειδικά με την Άννα; Το άφησε για να το συζητήσει κάποια στιγμή με τον ψυχαναλυτή του. Η στιγμή αυτή, όμως, δεν ήρθε ποτέ. Όταν επιχείρησε να εξομολογηθεί στον ψυχαναλυτή του τον ανεκπλήρωτο έρωτά του, εκείνος έγινε ξαφνικά δύστροπος και ανταγωνιστικός απέναντι στον Μπάμπη. Σε τέτοιο βαθμό που ο Μπάμπης υποψιάστηκε πως μοιραζόταν με τον ψυχαναλυτή του την ίδια κρυφή φαντασίωση: να είναι φοιτητής και η Παναγιωταρέα καθηγήτρια…
Κι έτσι δεν είχε καταφέρει να ανοίξει τα φύλλα της καρδιάς του και τις επτασφράγιστες πτυχές της σεξουαλικότητάς του στον ψυχανάλυτή του. Δεν είχε φτάσει στο σημείο να του πει για την άλλη, την πιο βρώμικη από τις φαντασιώσεις του: εκείνη όπου ο Μπάμπης είναι σκλάβος δημοσιογράφος, συμπαρουσιαστής σε εκπομπή της Παναγιωταρέα. Ναι, για τον Μπάμπη (ίσως και για τον ψυχαναλυτή του) αυτή ήταν η απόλυτη ηδονή. Ανατρίχιαζε ερεθισμένος, στη σκέψη και μόνο να αποπειράται να κάνει κάποιο σχόλιο και η Άννα να τον διακόπτει αποφασιστικά δείχνοντάς του ποιο είναι το αφεντικό.
Ο Μπάμπης δεν άντεχε ούτε να το σκέφτεται. Γιατί τότε δεν μπορούσε να αποφύγει (Αχ! Η καρδιά που ακολουθεί τους δικούς της μυστήριους δρόμους…) την συνέχεια αυτής της γλυκιάς, βασανιστικής φαντασίωσης. Εκεί που η Αννούλα δίνει οδηγίες στον Μπάμπη τι να πει και τι να ρωτήσει στην επόμενη εκπομπή. Ο Μπάμπης λιγωνόταν από ηδονή σ’ αυτή την σκέψη. Αυτό που πάντα αναζητούσε στη ζωή του ήταν κάποιαν που να του λέει, επιτέλους, τι να κάνει. Κάποιαν που να μη σηκώνει αντιρρήσεις.
Ο Μπάμπης είχε κουραστεί πια από τις γυναίκες – κοριτσάκια που τον έβλεπαν σαν το υποκατάστατο του μπαμπά τους. Που απαιτούσαν από αυτόν να αναλαμβάνει την ευθύνη όλων των καταστάσεων, ενώ αυτές θα αντιδρούν εκ του ασφαλούς κλωτσώντας πεισματικά με τα ποδαράκια τους… Ο Μπάμπης τις είχε βαρεθεί. Ο Μπάμπης ήθελε μια πραγματική γυναίκα. Σαν την Άννα. Μια γυναίκα που ξέρει τα κόλπα και επιβάλλει το δικό της. Και ο μικρούλης Μπάμπης να γίνεται ακόμη πιο μικρός μπροστά στο περιφρονητικό βλέμμα της…
«Μήπως είμαι μαζοχιστής;» αναρωτήθηκε ο Μπάμπης. Δεν τον ανησυχούσε το περιεχόμενο των φαντασιώσεών του. Αυτό το ευχαριστιόταν. Αυτό που τον ανησυχούσε ήταν η τροπή που έπαιρναν πότε – πότε στη συνέχειά τους: Όταν με κρυφή λαχτάρα αποτολμούσε να κάνει πρόταση γάμου στην Άννα. Κι εκείνη τον κάρφωνε με εκείνο το απερίγραπτο βλέμμα της και του απαντούσε γλυκά:
«Αν ο θεός ήθελε να παντρευτώ φτωχό, θα με είχε κάνει άσχημη!»

Dramatis Personae

Κώστας Καλάπας: Διευθυντής της εφημερίδας Nea Prooptiki Times, την οδηγεί στην Νέα Εποχή με τη στιβαρή Νέα Διεύθυνσή του. Ελίσσεται συνεχώς προκειμένου να αποφύγει τις τρικλοποδιές που του βάζει ο αρχισυντάκτης του.
Γιώργος «Γκαπ»: Αρχισυντάκτης της εφημερίδας, βυσσοδομεί, υπονομεύει, ραδιουργεί και γενικώς κάνει διάφορα πράγματα που δεν ξέρει καλά τις ονομασίες τους στα ελληνικά. Θέλει να γίνει κάποτε διευθυντής, σαν παιδί κι αυτός…
Δώρα Βακογιάννη: Στυλάτη κοσμική Αθηναία, έχει αναλάβει την στήλη των Κοσμικών της εφημερίδας. Το μαλλί «ανεμιστιρέ» αποτελεί το σήμα κατατεθέν της. Γράφει τη στήλη της με στιβαρή, αντρίκεια γραφή. Έχει άλλα τρία επώνυμα από προηγούμενους γάμπους, μπαμπάδες κ.ά.τ., αλλά δεν χωράνε στο μποξάκι.
Πάκης: Συντάκτης της εφημερίδας με ιδιαίτερες ικανότητες. Διαπρέπει γενικώς σε ό,τι κι αν καταπιάνεται, εκτός από τον κανονισμό της πολυκατοικίας του όπου τα έκανε λίγο θάλασσα. Οικολόγος, το χόμπι του είναι η προστασία δασικών εκτάσεων.
Γιώργος Ανδρουτσόπουλος: Deus ex Machina. Φανταστικό πρόσωπο, διευθυντής ανταγωνιστικής φανταστικής εφημερίδας, εμφανίζεται όποτε ξεμένουμε από θέματα…
Μπάμπης: Για να λέμε την αλήθεια μου μοιάζει κάπως, αλλά έτσι που το πάει μάλλον δεν είμαι εγώ…

Advertisements