Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι πέθανε. Κατάφερε να κάνει το αίμα του, επιτέλους, λευκό.
Το αλκοόλ και η τρύπα που τραβάει κάποιες ελαφρύτερες ψυχές. Που δεν έχουν το βάρος να αντισταθούν, το έρμα για να ζήσουν σαν άνθρωποι…
Γιατί δεν μπορούν να αντισταθούν; Φτάνει η έννοια της εξάρτησης, έστω και ως δομικό στοιχείο του χαρακτήρα, για να καταλάβεις τις τρύπες της ψυχής κάποιου;
Ίσως κάποιοι να μην θέλουν να αντισταθούν. Να λείπει το υποκείμενο στη ζωή τους. Ή να είναι υπερβολικά παρόν. Ένα υποκείμενο που δεν θέλει να αντισταθεί: «Εγώ δεν είμαι εγώ». «Αυτός» δεν θέλει να επιβιώσει. «Αυτός» γιορτάζει κάθε που γεμίζει το ποτήρι. Αυτόν δεν τον νοιάζει ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, αυτός αντλεί από κάποια βαθύτερη στοιβάδα όπου όλα αυτά δεν έχουν σημασία, εκεί που λέξεις, έννοιες και συναισθήματα θέλουν απλώς να υπάρξουν, μέσα από τον έναν ή από τον άλλον, δεν έχει καμιά σημασία. Απαιτούν απλώς και μόνον ένα «σώμα», ένα όχημα για να υπάρξουν. Εμείς είμαστε αναλώσιμοι. Και κάποιοι αναλώσιμοι ξεπερνιώνται, πρέπει να υποταχθούν σε κάποιες λέξεις, έννοιες ή συναισθήματα, σε κάποιες εμμονές. Καμμιά ύπαρξη μακριά τους. Όλα λειψά και μισά πέραν της εμμονής. Χρησιμοποιούνται και το ξέρουν.
Κάποιοι άνθρωποι, ατυχείς προσομοιώσεις ποιητών, αλλοιώνουν τη συνείδησή τους, όχι επειδή κυνηγούν μια καλύτερη συνειδησιακή ποιότητα, αλλά επειδή δεν αντέχουν τη νηφαλιότητα. Δεν μπορούν ―ή δεν έμαθαν― να κωφεύουν στους ψιθύρους του τέρατος. Περίεργοι, το πλησιάζουν να ακούσουν καλύτερα, μέχρι εκεί που ακούγεται ολοκάθαρα ο βρυχηθμός του. Για αυτούς, τότε, θα είναι αργά.
Τι μένει ύστερα από όλα αυτά;
Το εύκολο είναι να πεις τίποτα. Το δύσκολο είναι να βρεις ποιος είσαι εσύ που το λέει…

Advertisements