H ζέστη αγκαλιάζει ασφυκτικά την Αθήνα. Δεν μοιάζει σε τίποτα με κείνη την παλιά ζέστη που θυμάμαι, τη ζέστη των καλοκαιριών της δεκαετίας του ’60. Αυτή είναι μια αφύσικη ζέστη. Πολλαπλασιασμένη από το τσιμέντο, τα αιρκοντίσιον και τα χρόνια που πέρασαν από τότε…
Κάποια φίλη μού έδωσε να διαβάσω ένα βιβλιαράκι του Ευγένιου Τριβιζά. Για τον Τουρτούρι, έναν χιονάνθρωπο. Ένα παραμύθι που, όπως όλα τα καλά παραμύθια, μίλαγε για μας…
Μίλαγε για την παγωμένη ομορφιά: να είσαι απ’ έξω χιονάνθρωπος και εσωτερικά να φλέγεσαι. Να αγαπάς και να παραμένεις φτιαγμένος από χιόνι: να λιώνεις. Να φθείρεσαι, να προσφέρεις την ουσία σου, τη λάσπη σου, το χώμα απ’ όπου ήρθες κι όπου θα ξαναπάς, το βελούδο του χιονιού σου.
Να κρατάς το «αλλούτερο» που κρύβεις μέσα σου, σαν αποκλεισμένος σε κάποια μακρινή αποστολή που αρπάζεται από τον ασύρματό του, κι ας μην καλοκαταλαβαίνει τον κώδικα. Ξέρεις ότι η πατρίδα σου είναι κάπου μακριά, εκεί όπου ο ήλιος δεν λιώνει τους χιονάνθρωπους. Κάπου όπου η εσωτερική φλόγα μπορεί να σου ζεσταίνει το αίμα χωρίς να σε λιώνει. Σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από το υλικό των χιονανθρώπων.
Το παραμύθι του Τριβιζά μίλαγε και για τον σκοπό στη ζωή σου, να φτάσεις στο σπίτι σου, εκεί όπου ο κόσμος είναι φτιαγμένος με τα ίδια υλικά με σένα. Τον σκοπό της εφήμερης ύπαρξής σου, σαν μερικές νιφάδες χιονιού μαζί πιεσμένες να κάνουν μια μπάλα. Μερικές χούφτες χιόνι, που όταν λιώσουν γίνονται υγραμένο, για λίγο χώμα. Και μετά μνήμη.
Το παραμύθι μίλαγε ακόμα για το πόσο καλύτεροι είναι οι άνθρωποι που κρατάνε λίγη από την χιονοουσία τους. Που δεν είναι κανονικοί: τουλάχιστον όσο κανονικό είναι το χιόνι να λιώνει…
Όταν είσαι χιονάνθρωπος, έχει ζωτική σημασία να κρατάς τις αποστάσεις. Φαντάσου μόνον, έναν χιονάνθρωπο που αναλώνεται σε αγκαλιές και περιπτύξεις. Αλίμονο…

Advertisements