Tον γνώρισα λίγα χρόνια πριν, στο κυλικείο του Σισμανόγλειου. Πιάσαμε κουβέντα περιμένοντας τους καφέδες και συνεχίσαμε μετά στα παγκάκια. Από τότε τα πίναμε πότε – πότε, κάποια βράδια που εκείνος επέμενε να βρεθούμε. Εγώ, ήθελα και δεν ήθελα την γνωριμιά του: κάπως αλαζονική η συμπεριφορά του, ευγενική αλλά και απόμακρη. Μισοκρυβόταν ένα «Άι σιχτίρ» πίσω από τα λόγια του, σαν κακοχωνεμένος θυμός ή σαν καλομασημένη πίκρα. Αλλά οι κουβέντες του μου μοιάζαν κουβέντες ενός δυνατού άντρα που προστατεύει κάποιο τρομαγμένο παιδί…
Ένα βράδυ που είχαμε ήδη περάσει το Όριο των Τριών Σπιτικών, μου μίλησε για εκείνη τη νύχτα:
«Είχαμε σχέση με την Σ. δυο χρόνια. Σχεδιάζαμε να μείνουμε μαζί. Εκείνη έχει μόλις πάρει διαζύγιο… Την επόμενη μέρα από την διάγνωση του καρκίνου θα πήγαινα για την πρώτη χημειοθεραπεία. Βιαζόντουσαν οι γιατροί, είχαμε φτάσει πια σε προχωρημένο στάδιο. Δύο η ώρα τη νύχτα, την παραμονή, μου είπε από το τηλέφωνο πως δεν αντέχει, πως θέλει να χωρίσουμε Δεν μπορούσε να έρθει μαζί μου. Δεν μπορούσε, γενικά…»
«Τι είπες; Είπες κάτι;» ρώτησα.
«Ναι. Της είπα πως θα έπρεπε να μιλήσουμε, έστω κάποια άλλη στιγμή… Μου είπε: ‘‘Όχι. Δεν μπορώ. Δεν αντέχω άλλο’’. Της είπα ‘‘Αντίο’’ και η νύχτα συνέχισε να προχωρά μόνη της. Δύσκολα… Λίγες ώρες μετά, γνώρισα κι εγώ τον κόσμο των σκουφιών και της βελόνας με το φαρμάκι. Ξεσκούφωτος ακόμη εγώ ― αλλά ήδη φαρμακωμένος».
Δεν τον κοίταζα, είχα βυθιστεί στο ποτήρι μου. Άλλωστε, ούτε αυτός με κοίταζε. Το βλέμμα του πάλευε να βγει έξω απ’ το παράθυρο, να πάει προς τα φώτα της πόλης, αλλά σταματούσε στο τζάμι που αντικαθρέφτιζε εμάς…
«Πονάει ακόμα;» ρώτησα το ποτήρι μου κι εκείνον.
«Όχι πια», απάντησε γρήγορα.
Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα. Το βλέμμα του ήταν γλυκό, αλλά γύρω του περίσσευε μια πίκρα. Δεν ξέρω αν αυτός την έβλεπε…

Advertisements