Ο Μπάμπης σήμερα δεν ήταν στις καλές του. Δεν ήξερε τι του έφταιγε… Ή μάλλον ήξερε: του έφταιγαν τα πάντα…
Βγήκε το πρωί απ’ το σπίτι και ένοιωθε ωραία. Ήταν ο Μπάμπης κι αυτό από μόνο του ήταν καλό. Πάντα είναι καλό να είσαι ο Μπάμπης. Ο Μπάμπης το πίστευε αυτό για όλους τους ανθρώπους. Όλοι οι άνθρωποι είναι καλό να είναι ο Μπάμπης… Ο κόσμος θα ήταν υπέροχος αν όλοι οι άνθρωποι ήταν σαν τον Μπάμπη!
Χαμογέλασε στον ήλιο που, λαμπερός, ήταν σαν να του έλεγε: «Γεια σου Μπάμπη μάγκα! Εμείς οι δύο μοιάζουμε!»
Χαμογέλασε κι ο Μπάμπης στον ήλιο και έκανε να περάσει απέναντι…
Ένας κόπανος ταξιτζής παρά λίγο να τον πατήσει στο φανάρι. Κόρναρε, τον αποκάλεσε «μαλάκα» και απομακρύνθηκε με την κουρσάρα του να βρυχάται…
«Δε βαριέσαι», είπε ο Μπάμπης στον εαυτό του. «Κίτρινος αυτός, κίτρινος κι εγώ. Μεταξύ συναδέλφων…»
Πέρασε δίπλα από το αμάξι μιας ξανθιάς που είχε σταματήσει στο φανάρι να πάρει τσιγάρα από το περίπτερο (Δε βαριέσαι, κίτρινη κι αυτή», σκέφτηκε ο Μπάμπης), απέφυγε έναν μαυριδερό που πέρναγε ανάποδα με το παπί του να πάει για ντελίβερυ και λίγο πριν φτάσει επιτέλους απέναντι απέφυγε άλλον έναν ταξιτζή που σταματούσε για να πάρει κούρσα μπροστά στον Μπάμπη…
Ο Μπάμπης όμως ήταν αποφασισμένος: «Τίποτα δεν θα μου χαλάσει το κέφι!» ξαναείπε στον εαυτό του. Και έφτασε στη στάση του τραμ. Ακύρωσε ένα εισιτήριο και περίμενε. Και χάλασε το κέφι του. Ζεσταινόταν πολύ. Κοίταξε το σκίαστρο πάνω απ’ το κεφάλι του. «Γιατί άραγε να το λένε ‘‘σκίαστρο’’ αυτό το πράγμα;» αναρωτήθηκε ο Μπάμπης. Αφού είναι διαφανές και μαζεύει τον ήλιο…» Κάθιδρος, κοίταξε λοξά προς τα πάνω. «Γειά σου Μπάμπη μαλάκα», του φάνηκε πως άκουσε τον ήλιο να του λέει. Δεν του χαμογέλασε καθώς είδε με ανακούφιση να φτάνει το τραμ. Μπήκε μέσα: Μιλιούνια πήγαιναν για την παραλία! «Αναζητούσαν τη δροσιά στις παραλίες», που λένε και οι άλλοι συνάδελφοι στην τηλεόραση όταν τους δείχνουν να ξεροψήνονται στον ήλιο…
Κατέβηκε από το τραμ αποφασισμένος να κάνει πριν πάει στη δουλειά ένα δώρο στον εαυτό του, τον αγαπημένο του Μπάμπη. Ένα τρελό και σπάταλο, ένα πανάκριβο δώρο: Θα έπινε καφέ στα Starbucks…!
Πέρασε από την τράπεζα να πάρει λεφτά για τη σπατάλη του. Διάφοροι γέροι αντάλλασσαν τα χαρτάκια με τα νούμερα που είχαν περάσει… Φαινόντουσαν να περνάνε καλά με το παιχνίδι τους. Το συζητούσαν κιόλας… Ο Μπάμπης θυμήθηκε τότε στα Πατήσια, που αντάλλασσε με τα άλλα παιδάκια χαρτάκια με ποδοσφαιριστές… Δεν χαμογέλασε όμως, γιατί η ώρα περνούσε. Οι γέροι έφευγαν ένας – ένας με τα τυχερά χαρτάκια τους κι ο Μπάμπης περίμενε τη σειρά του. Και δεν είχε πιει ακόμη καφέ… Όταν τέλειωσαν οι γέροι και τα τυχερά χαρτάκια με τα μικρότερα νούμερα, τέλειωσε κι ο Μπάμπης.
Εξουθενωμένος πέρασε απέναντι και μπήκε επιτέλους μέσα, στην τεράστια, κλιματιζόμενη και άνετη αίθουσα. «Ωραία είναι εδώ!», σκέφτηκε. Μόνο που θα έπρεπε να πάει να στριμωχτεί έξω στις πέντε καρέκλες για τα μιάσματα – καπνιστές που ήσαν παραδομένοι στο βρωμερό πάθος τους… «Δε βαριέσαι», το ξανασκέφτηκε ο Μπάμπης. «Μαυροπράσινοι αυτοί, μαυροπράσινα και τα δόντια μου απ’ το τσιγάρο. Συνάδελφοι κι αυτοί…»
Πήρε μια εφημερίδα από τον πάγκο κι έκατσε στη μοναδική άδεια θέση δίπλα σε μια κοπέλα. Ήπιε μια γουλιά από τον «φραπουτσίνο» του και βυθίστηκε στα νέα:
Στο ΠΑΣΟΚ παραμυθιάζονταν, στη Νέα Δημοκρατία έβλεπαν εφιάλτες. Φαντάστηκε στις επόμενες εκλογές τα φυλλάδια του «ΠΑΣΟΚ του Μέλλοντος», για παιδιά μέχρι 8 ετών… Εικονογραφημένο… Το τάργκετ γκρουπ του νέου ΠΑΣΟΚ! Η παλιά Αριστερά είχε ως έμβλημα τα κεφάλια των Μαρξ, Λένιν και Στάλιν. Η Κεντροαριστερά τα κεφάλια του Ανδρέα, του Αισώπου και του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν…
Ο Μπάμπης γύρισε σελίδα: Ο Αλαβάνος θα γίνει κουμπάρος
στον πρώτο γκέι γάμο! Ο Μπάμπης δεν μπορούσε να το χωνέψει:
Ο Αλέκος θα γίνει ο Μητσοτάκης των γκέι; Και τι θα κάνει ο κουμπάρος την κουμπάρα; Μήπως είχαν δίκιο όσοι χαρακτήριζαν «ροζ» τον Συνασπισμό; Τι θα έκανε τώρα ο Μπάμπης; Θα εξακολουθούσε να ψηφίζει Συνασπισμό με τον Βαλλιανάτο στο Επικρατείας; Και θα έπρεπε να πηγαίνει στις παρελάσεις «Ανανεωτικής Περηφάνειας»;
Μήπως ο Μπάμπης δεν αναγνώριζε μέσα του την ομοφυλόφιλη επιθυμία; Νοσταλγούσε την Τένια Μακρή και τις συμβουλές της…
Μήπως του άρεσε τότε που ο Θανασάκης είχε πέσει πάνω του μαζί με την μπάλα στην αυλή του Δημοτικού και του είχε μελανιάσει το γόνατο; Μήπως τελικά δεν ήταν κρυφά ομοφυλόφιλος αλλά ένας απλός συνηθισμένος μαζοχιστής; Μήπως αυτό που δεν παραδεχόταν ήταν η κρυφή μαζοχιστική πλευρά του; Ή μήπως πάλι ήταν σαδιστής; Ο ίδιος δεν ήταν που κάποτε έβγαζε τα φτερά από τις μύγες; Δεν ήταν ο ίδιος τότε που του άρεσε εκείνη η γυναίκα που του φώναζε «Ξέσκισέ με»; Ναι, τελικά ήταν και σαδιστής!
Και μαζοχιστής. Και κρυφομοφυλόφιλος. Και ανώμαλος, και συντηρητικός μικροαστός και υποκριτής. Και καπνιστής… Μήπως ήταν και ρατσιστής; Οι διακρίσεις κατά των ομοφυλοφίλων στον εργασιακό χώρο του Μπάμπη ήσαν άλλωστε προφανείς: δεν τους επιτρεπόταν να παραμείνουν για πολύ σε θέσεις κατώτερες από τις διευθυντικές… Και πώς να εξηγηθεί η επιμονή του να του αρέσουν ακόμα οι γυναίκες ύστερα από τόσα χρόνια θητείας στην Αριστερά και τις ιδέες της; Μήπως τελικά ο Μπάμπης ήταν λεσβία; Ο Θάνος Ασκητής πού ήταν, τώρα που τον είχε ανάγκη;
Κοίταξε φοβισμένος την κοπέλα δίπλα του στο τραπέζι. Δεν φαινόταν να έχει καταλάβει με ποιο ανθρωπόμορφο τέρας μοιραζόταν το τραπέζι των Starbucks…
«Ας κάνει ο καθένας στο κρεβάτι του ό,τι θέλει. Γιατί πρέπει ντε και καλά να γίνει δημόσιο ζήτημα;» του ξέφυγε του Μπάμπη.
Η κοπέλα από δίπλα γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη.
«Ορίστε;» ρώτησε απορημένη τον Μπάμπη.
«Τίποτα, συγνώμην», απολογήθηκε ο Μπάμπης.
Ήπιε άλλη μια γουλιά «φραπουτσίνο» και ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του. Βρήκε τον Μπάμπη που προς στιγμήν είχε χάσει. Τον Μπάμπη τον μάγκα, τον Μπάμπη τον ετεροφυλόφιλο!
«Καπνίζετε;» ρώτησε προσφέροντά της τσιγάρο.
«Κι αυτό που κρατάω στο χέρι τι είναι;» τον ρώτησε κοροϊδευτικά εκείνη.
«Η New Prooptiki Times», της είπε ο Μπάμπης.
«Στο άλλο χέρι», είπε αυτή, μισογελώντας αυτή τη φορά και του έδειξε το τσιγάρο της…
«Ξέρετε, σ’ αυτή την εφημερίδα αρθρογραφώ», είπε ο Μπάμπης δήθεν αδιάφορα.
«Πώς σε λένε;» ρώτησε η κοπέλα κοιτώντας την ταυτότητα.
«Μπάμπης Μαγκάκης».
«Κρητικός είσαι;»
«Όχι. Μάγκας είναι το πραγματικό μου. Αλλά το άλλαξα γιατί όλοι στην εφημερίδα με ρωτούσαν αν παίζω και κλαρίνο όπως γράφω…»

Advertisements