Προχθές μίλαγα με την Καλλιόπη. Ανάερη ψυχή που γυρνοβολά στα σκοτάδια της καθημερινότητάς της. Λεπτή ψυχή που δεν έχει βρει ακόμη τον τόπο της. Ψυχή που σκληραίνει λίγο – λίγο μαθαίνοντας τα παιχνίδια του κόσμου και τις μύχιες αυταπάτες των χειρισμών.
Ούτως ή άλλως, υπάρχουν στιγμές που όλα τα πράγματα αποκτούν διαφορετική σημασία· σαν να βρίσκονται λίγο πιο κοντά μας, χωρίς τη συνήθη ασφυξία της υπερβολικής εγγύτητας. Υπάρχουν κι άλλες στιγμές που είσαι τόσο ταυτισμένος με τους ρόλους σου και σε αρκετή απόσταση ασφαλείας από την ψυχή σου ώστε να μπορείς να σκέφτεσαι λογικά. Να μετράς τα πράγματα στις «σωστές» τους διαστάσεις. Τις δανεικές από τη μαμά σου, τον μπαμπά σου, κάποιον θείο που κάποτε είχες ως πρότυπο…
Πίναμε καφέ και, καθώς έπεφτε ο ήλιος, βρέθηκα πάλι σ’ αυτή η διάσταση του κόσμου, τη χαρμολυπημένη, που έρχεται συνήθως τα δειλινά· λίγο πριν το τέλος της μέρας και λίγο πριν πέσει η νύχτα: στο μούχρωμα. Πολλές φορές φτάνει μια μουσική στην ατμόσφαιρα ― ας πούμε κάτι του Οδυσσέα Ιωάννου εκείνη την ώρα στον «Μελωδία». Άλλες φορές, σπανιότερα, κάποιες μυστήριες ανθρώπινες παρουσίες. Άνθρωποι που δεν ξέρουν ―συχνά, δεν υποψιάζονται καν― τις ουρές της αύρας τους που σε τυλίγουν σαν κομήτες που στάθηκαν για λίγο να τους περιεργαστείς και στη συνέχεια επιτάχυναν για να ξαναπάρουν τον δρόμο τους: για εκεί που είναι να πάνε…
Όταν χάνομαι στη διάσταση της χαρμολύπης, όταν οι δαίμονες βρίσκουν μέσα μου τον δρόμο και με παίρνουν μαζί τους, συνήθως καταλήγω στη χώρα του αλκοόλ.
Ξέρω πως υπάρχει τρόπος να το αποφύγεις. Και είναι ένας και μοναδικός: Να μην το σκέφτεσαι. Να σφυρίζεις αδιάφορα για να παραπλανήσεις τα δαιμόνια που καιροφυλακτούν. Αλλά, συνήθως, δεν τα καταφέρνω. Και πάω πότε μπροστά και πότε πάλι πίσω. Σαν το πόδι της Καλλιόπης που, στιγμές, πήγαινε πέρα – δώθε κλωτσώντας κάποια αθέατη απειλή…

Advertisements