Πήγα προχθές για καφέ με τον πατέρα μου, τον Γιάννη, σε μια καντίνα στην Άνω Βούλα. Δεν μας συμβαίνει συχνά… Κάποιο καλοκαιριάτικο βράδυ πάλι, σε μιαν αυλή, είχα πιει πολλές μπύρες αλλά θυμάμαι πως μου είχε πει κάποια στιγμή ότι «έζησε μια καλή ζωή».
Άραγε, μπορώ να πω κι εγώ το ίδιο; Μου έδωσε κάποτε πολύ ελευθερία. Περισσότερη απ’ όση άντεχα. Και λιγότερη βέβαια απ’ όση θα δεχόμουν ― έτσι κέρατο που ήμουν. Είμαστε, βλέπεις, φτιαγμένοι να θέλουμε σαφώς διαχωρισμένα μέσα μας το καλό από το κακό. Δύσκολη η ζωή στην γκρίζα ζώνη, στο ανάμεσα του κόσμου, στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τους ανθρώπους από τους παράξενους…
Προχθές στην καντίνα ο Γιάννης φαινόταν να ευφραίνεται παρακολουθώντας τα σπουργίτια. Αδιαφορούσε για όσα συνέβαιναν γύρω μας, για τους συνταξιούχους παραπέρα που ήσαν έτοιμοι να αρπαχτούν για τις ζαριές στο τάβλι. Κάποια στιγμή μου είπε για τα σπουργίτια: «Είναι κατεργαραίοι». Κλέφτες. Βουτούν τα ξεροκόμματα και τα πηγαίνουν παραπέρα.
Ο πατέρας μου ήταν σκακιστής. Και το σκάκι έχει αυστηρούς κανόνες: δεν μπορείς να κλέψεις. Ήθελε, παρά ταύτα, να δώσει στα σπουργίτια κι άλλο από την τυρόπιτα που μας είχε περισσέψει, ενόσω κι εμείς ξεκλέβαμε απ’ τη ζωή έναν ακόμη πρωινό καφέ κοιτώντας τα πετούμενα αυτού του κόσμου να κλέβουν κάτι από τα από τα δικά μας ψίχουλα. Σαν στρατιωτάκια που πηδούν σε διπλανά τετραγωνάκια την ώρα που δεν κοιτά στη σκακιέρα ο αντίπαλος…
Ο Γιάννης, νέος, ήθελε να γίνει Θεολόγος. Μ’ αρέσει ώρες – ώρες να σκέφτομαι ότι σαν και μένα έψαχνε τον θεό του. Τώρα μοιάζει μακρινός ― και τόσο οικείος: τόσο εγώ, όσο περνούν τα χρόνια. Τόσο αρχή και τόσο τέλος μου…
Ναι, πατέρα, προχθές κατάλαβα: τα σπουργίτια κλέβουν την ουσία της ζωής. Είναι εδώ και δικαιούνται τσαμπουκαλεμένα κάθε ψίχουλό της, τσιμπολογάνε την ψύχα της όσο και όπως μπορούν αδιαφορώντας πώς βρέθηκαν αυτά τα ψίχουλα μπροστά τους. Έχουν τον θεό τους…

Advertisements