Ο χρόνος απασχολούσε πάντοτε τον Μπάμπη. Γιατί δεν κυλάει ομοιόμορφα; Γιατί οι εκπομπές της Παναγιωταρέα του φαίνονταν πάντοτε ότι διαρκούν πολύ λίγο, πάντα λιγότερο απ’ όσο θα ήθελε για την χορτάσει. Ενώ, αντιθέτως, οι ειδήσεις του φαίνονταν να διαρκούν πολύ, πάρα πολύ, τα κείμενα της Ελένης Μπίστικα στην «Καθημερινή» ήσαν πάντα πολύ μεγάλα και οι γυναίκες πάντα αργούσαν να φτάσουν σε οργασμό; Γιατί οι γείτονες κοιμούνται πάντα πιο αργά από τον Μπάμπη, αλλά όποτε ο Μπάμπης ακούει μουσική τα βράδια εκείνοι κοιμούνται πάντοτε πολύ νωρίς;
Γιατί οι σερβιτόροι δεν έρχονται ποτέ τη σωστή στιγμή για την παραγγελία και, είτε αργούν υπερβολικά είτε έρχονται πολύ νωρίς;
Αμέτρητα «γιατί» πολιορκούσαν τον δόλιο Μπάμπη και έκρυβαν σαν νυχτερίδες το φως από την έξοδο της σπηλιάς που αποτελούσε τη ζωή του…
Ο χρόνος είχε αποκτήσει και πάλι διαφορετική ποιότητα όσο περίμεναν μαζί με τον Κώστα Καλάπα να έρθει η ώρα της αναχώρησης για το πλοίο τους από το λιμάνι του Πειραιά. Είχαν αποφασίσει τελικά να πάνε στην Ίο. Ο Καλάπας διατεινόταν ότι είχε όμορφες αναμνήσεις από αυτό το νησί, και ο Μπάμπης είχε συμφωνήσει, αν και δεν τον πολυπίστευε. Ο Μπάμπης το μόνο που θυμόταν από την Ίο ήταν, κάποτε, η κυριαρχία των φρικιών των Εξαρχείων. Δυσκολευόταν να φανταστεί τον Κώστα Καλάπα να περνάει καλά με τα φρικιά…
«Ας είναι», σκέφτηκε. Αφού και το Λιμεναρχείο διαβεβαίωνε ότι αυτό το δρομολόγιο δεν θα είχε καθυστέρηση…

Ο Χρόνος διαστέλλεται

Στην αρχή ο χρόνος περνούσε αργά.
«Εν αρχή ην η καθυστέρηση», είπε θυμόσοφα ο Καλάπας καθώς έπιναν τις πρώτες γουλιές από τα ουζάκια που παράγγειλαν ατενίζοντας με ανάμεικτα συναισθήματα τη φασαρία στο λιμάνι. Για τον μεζέ δεν πολυνοιαζόντουσαν, ήταν πρωί ακόμα. Θα άρχιζαν να νοιάζονται αργότερα, όταν θα έπεφτε το βράδυ και οι δυο μεθυσμένοι οδοιπόροι θα ταξίδευαν στις καρέκλες του ουζάδικου προς την Ίο.
Ήταν όμορφα στο μικρό ουζάδικο, κοίταζαν τον όμορφο κόσμο που περνούσε από μπροστά τους, τους ευγενικούς ταξιτζήδες που έβγαζαν το χέρι από το παράθυρο και φιλόξενα έδειχναν τον δρόμο σε άλλους οδηγούς που προφανώς δεν ήξεραν καλά τους δρόμους…
Περνούσαν από μπροστά τους και όμορφα κορίτσια.
«Είναι από αυτές που φυλάνε τα ρούχα τους», είπε ο Καλάπας.
«Κατάλαβα», απάντησε ο Μπάμπης. «Γι’ αυτό έχουν και φοράνε τα μισά…»
Τα αυτοκίνητα στον δρόμο μποτιλιαρισμένα κυλούσαν αργά σαν ένα πανέμορφο ποτάμι. Ο Κώστας Καλάπας κι ο Μπάμπης στην όχθη του χαίρονταν το γάργαρο νερό που πότε μύριζε ούζο και πότε μαύρο χρυσό…
Στο τρίτο καραφάκι, ο Μπάμπης πίστευε πως ταξίδευαν για την Ιθάκη.
«Δεν έχει δρομολόγιο για την Ιθάκη από Πειραιά, Μπάμπη», είπε στον εαυτό του. Η Ιθάκη είναι κάπου αριστερά στον χάρτη κι εμείς πάμε κάπου δεξιά…»
Κοίταξε χαμογελώντας τον Καλάπα. «Προς τα δεξιά δεν πάμε, Κώστα; Η Ιθάκη είναι αριστερά. Θα αργήσουμε να φτάσουμε, έτσι δεν είναι;»
Συν τω χρόνω γινόταν φανερό ότι ο Κώστας Καλάπας άντεχε περισσότερο στο αλκοόλ από τον Μπάμπη…
«Ακόμα δεν πάμε πουθενά Μπάμπη. Καθόμαστε στις καρέκλες μας. Κουνάει λίγο, αλλά είναι τα ούζα ― το ξέρεις, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, αλλά εμείς θα πάμε δεξιά, όταν με το καλό ξεκινήσουμε…»
«Όχι, Μπάμπη. Το προαισθάνομαι ―τί λέω;― το ξέρω στα κατάβαθα της ψυχής μου, δεν πρόκειται να πάμε πουθενά. Εδώ θα μείνουμε… Ανάμεσα στην Ιθάκη και την Ίο. Στον μεσαίο χώρο του χάρτη»…
Είχαν ήδη παραγγείλει το επόμενο καραφάκι και ο Μπάμπης δεν ήταν σίγουρος αν κοιτούσε τον χάρτη ανάποδα. «Δεν βαριέσαι», σκέφτηκε με την παράξενη διαύγεια που προσφέρει στον άνθρωπο το αλκοόλ, «και ανάποδα να είναι, ο μεσαίος χώρος παραμένει ο ίδιος: ο Πειραιάς! Το μόνο σταθερό μέρος στον πλανήτη, ο ακίνητος ομφαλός της Γης…». Χαμογέλασε αυτάρεσκα με το βάθος της σκέψης του και αποτόλμησε να εκμυστηρευθεί στον Καλάπα αυτό που από ώρα τυραννούσε την καρδιά του. «Η Σεμίνα», σκέφτηκε και τσίμπησε έναν κεφτέ από την ποικιλία μπροστά τους.
«Κώστα, από ώρα τώρα θέλω να σου μιλήσω για κάτι και διστάζω…
«Κι εγώ ήθελα, Μπάμπη, να μιλήσουμε. Καιρό τώρα… Μήνες, ίσως και να πηγαίνει χρόνος τώρα».
Ο Κώστας Καλάπας έμοιαζε να μην ακούει καν τον Μπάμπη χαμένος στις δικές του σκέψεις. «Όλοι αυτοί στην εφημερίδα είναι εντελώς άχρηστοι. Υπάρχουν στιγμές που νιώθω πολύ μόνος. Σαν να βγάζω μια εφημερίδα μόνος μου. Μπάμπη, μόνο εσύ μπορείς να καταλάβεις το πρόβλημά μου. Είσαι και συ μόνος σου στον κόσμο σου. Μερικοί στην εφημερίδα λένε πως είσαι ούφο, αλλά εγώ ξέρω την αλήθεια: Είσαι του μεσαίου χώρου, Μπάμπη. Ούτε τα σκανδιναβικά μοντέλα εφημερίδας του Γκαπ, ούτε το επαρχιώτικο μοντέλο τοπικής εφημερίδας των Χανίων που θέλει η Δώρα Βακογιάννη. Εδώ, στον Πειραιά, στο βασίλειο της σταθερότητας και της ακινησίας, στον Υπέρτατο Μεσαίο Χώρο του Κόσμου, θα ανασχηματίσουμε την εφημερίδα. Καιρό τώρα θέλω να κάνω μια αναδιάρθρωση στην εφημερίδα, έναν ‘‘ανασχηματισμό’’, ας τον πούμε, αλλά ποτέ δεν βρίσκω την κατάλληλη ευκαιρία. Όλο κάτι γίνεται και το αναβάλλω…
Τώρα νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή…».
«Μα τώρα είσαι μεθυσμένος», είπε διστακτικά ο Μπάμπης.
«Θα τον κάνω τώρα κι ό,τι θέλει ας γίνει. Στάχτη και μπούρμπερη!
Θα τον κάνουμε μαζί τον ανασχηματισμό, Μπάμπη, τα δυο μας…

Ο Χρόνος ανάμεσα στα καραφάκια συστέλλεται…

Είχε βραδιάσει πια και είχαν ξεχάσει ότι κάποτε παλιά, το πρωί της ίδιας μέρας, περίμεναν κάποιο πλοίο.
«Δεν υπάρχει πλοίο για σε, δεν υπάρχει οδός…», είπε ο Μπάμπης μην αποτολμώντας να πιάσει το καραφάκι που είχε αρχίσει να μετακινείται συνέχεια. Φοβόταν μη χάσει στην προσπάθεια την καρέκλα του… «Πόσα έχουμε πιει;» αναρωτήθηκε καθώς άκουγε από κάπου μακριά τη φωνή του Καλάπα:
«Κάποτε φανταζόμουν τη διεύθυνση της εφημερίδας σαν μια όμορφη παρέα. Με τις πλάκες μας και τη δημιουργικότητα να ξεχειλίζει από τα χειρόγραφα και να λεκιάζει το cd στο σελοφάν… Τώρα η κατάσταση έχει αλλάξει…»
«Ο Πάκης σου έκανε τη ζημιά, άκου που σου λέω», είπε τολμηρά ο Μπάμπης. «Χαθήκαμε στο δάσος που ήθελε να αποχαρακτηρίσει με τα γραπτά του, κοιτώντας το δέντρο που φύτρωσε στην Αθήνα μεσ’ το κέντρο. Και η Δώρα Βακογιάννη φταίει, που ήθελε να κάνει οικολογικό ρεπορτάζ…».
«Ο Νταλάρας, θες να πεις, Μπάμπη…»
«Ποιος τον παίζει τον Νταλάρα, μωρέ…»
«Μη μιλάς έτσι με μπουκωμένο στόμα, Μπάμπη. Δεν ακούω καθαρά τι λες…»
«Λέω, να δώσουμε το ρεπορτάζ του υπουργείου Ναυτιλίας στην Κική…»
«Ποια είναι αυτή η Κική πάλι, ρε Μπάμπη;»
«Δεν την έχεις δει ποτέ; Έρχεται συχνά στην εφημερίδα. Κάθε μέρα εκεί είναι… Κική Δημουλά λέγεται. Το παίζει ποιήτρια, αλλά το όνειρό της είναι να γίνει δημοσιογράφος. Να τη βάλουμε στο Ναυτιλίας, να ξεκινήσει με τα μονοπύθμενα, που μου θέλει και ποιητικό βάθος… Άντε τώρα…»
Ο Μπάμπης είχε τσαμπουκαλευτεί και αγριοκοίταζε το καραφάκι που τον κορόιδευε χοροπηδώντας από δω κι από κει…
«Καλά, ας το πάρει η Κική, η πώς την είπες… Αν και το ’χα υποσχεθεί στον Κατσιφάρα…»
«Ποιος είναι ο Κατσιφάρας;»
«Δεν τον ξέρεις… Τον ξέρει ο κλητήρας της εφημερίδας και με παρακάλεσε να τον βολέψουμε κάπου».
«Καλά…», είπε σκεφτικός ο Μπάμπης. «Με το Αθλητικό, τι θα κάνουμε; Αυτός ο Μαμζερίδης όλο για τη Θεσσαλονίκη γράφει».
«Δίκιο έχεις. Να τον δώσουμε στον… αυτόν… τον πώς τον λένε…»
«Ποιον, ρε Κώστα, δεν καταλαβαίνω».
«Τον Ισίδωρο…»
«Τον Ισίδωρο Κούβελο; Αυτός είναι σκέτη αποτυχία…»
«Όχι αυτόν μωρέ, τον άλλον… Τον… Ισίδωρο Αρβανίτη! Παιδί, πιάσε άλλο ένα καραφάκι «Πλωμάρι»… Και ρώτα και στο Λιμεναρχείο: Το καράβι για Ιθάκη πότε φεύγει;»

Advertisements