Τον είδα στον ύπνο μου. Ήταν μεγαλόσωμος, σε σημείο γιγαντισμού, αλλά έδειχνε καλοκάγαθος. Αργότερα μέσα στο όνειρο άρχισε να παίρνει δυσάρεστες μορφές, να φθίνει μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο… Πριν, όμως, πρόλαβε να μου πει με μια φωνή που έμοιαζε να φτάνει σε μένα δύσκολα, σαν να είχε χαλίκια στο στόμα του, ή σαν γέρος που μιλά αλλοιωμένα χωρίς την μασέλα του:
«Το σύμπαν ―ή, αν προτιμάς, η ανθρώπινη αντίληψή μας για το σύμπαν― δεν λειτουργεί ‘‘με αριθμούς’’. Λειτουργεί με αναλογίες. Με τον λόγο ― ήτοι με το ανάλογο του μαθηματικού λόγου στη γλώσσα και την ανθρώπινη συνείδηση, δηλαδή τη μεταφορά, την αλληγορία. Ακόμη πιο απλά: τον μύθο…»
Δεν χρειαζόταν να του μιλήσω. Ήταν σαν να ήξερε από πριν τι σκεφτόμουν και τι ένοιωθα. Και συνέχιζε να μιλά με αυτήν την γνώση.
«Την αλήθεια της μεταφοράς στον Λόγο την νοιώθεις. Δεν αποδεικνύεται». Πρόσθεσε κάτι που δεν το άκουσα καθαρά, έναν ήχο που ήξερα ότι σήμαινε, σε μιαν άγνωστη γλώσσα, κάτι σαν «Μικρέ ανόητε».
Και μετά όλα έγιναν δυσάρεστα, σαν να σαπίζαν λίγο – λίγο και να ασχημαίνουν, μ’ έναν τρόπο, όμως, που τον ένοιωθα μέσα μου. Σαν να αλλοιωνόταν ένα μικρό κομματάκι μέσα μου όσο ερχόταν σε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον…
Ξύπνησα και τον ξέχασα. Η μορφή της δίπλα μου με γλύκανε σχεδόν αμέσως, όπως τα καταφέρνει κάθε πρωινό, χρόνια τώρα. Η ίδια μορφή της που μέσα μου μεγαλώνει και μικραίνει περιοδικά στη διάρκεια της κάθε μέρας. Κάτι φθίνει, κάτι αναγεννάται και κάτι άλλο διεκδικεί αλαζονικά το ανάμεσα κάθε βράδυ που πάω να ξαπλώσω δίπλα της.
Εκείνο το βράδυ, εντούτοις, στο γλυκό (και αόριστα απειλητικό) ανάμεσα που προαναγγέλλει τον ύπνο, τον θυμήθηκα. Μια ολόκληρη μέρα τον είχα σπρώξει κάπου παράμερα. Στη χρυσή τομή της συνείδησής μου, με θυμήθηκε πάλι. Και με ευλόγησε με το λίπασμα της φθοράς του.

Advertisements