Η Αθήνα ξαναγεμίζει σιγά-σιγά. Το καταλαβαίνω, εκτός των άλλων, και από τους ήχους του δρόμου τις νύχτες. Έχει και η ηχορρύπανση, με τη σειρά της, τις περιόδους της. Μηχανάκια που διαλαλούν την τεστοστερόνη των αναβατών τους, κάμπριο που εκπέμπουν Ρουβά και Παπαρίζου σε απόσταση ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων. Ώρες – ώρες έχω την παράξενη αίσθηση πως μόνον εγώ ενοχλούμαι από τον θόρυβο. Οι άνθρωποι γύρω μοιάζουν να μην ενοχλούνται, ή μάλλον να το έχουν πάρει απόφαση. Είναι ένα φυσικό φαινόμενο κι αυτό ― και ούτε καν «ακραίο»… Mήπως όλοι αυτοί με τα γουόκμαν στ’ αυτιά έχουν ήδη κουφαθεί; Μήπως οι μορφές ζωής που κυκλοφορούν με ένα κινητό στο αυτί έχουν μεταλλαγμένα ακουστικά τύμπανα; Διαβάζω στο «Βήμα» ότι, σύμφωνα με κάποια έρευνα, τα τρία τέταρτα των μαθητών που ερωτήθηκαν δήλωσαν πως δεν θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς το κινητό τους…

Αργότερα την ίδια νύχτα

Μιλάμε. Επιβεβαιώνουμε την ύπαρξή μας. Παράγουμε ήχους με πολυχρησιμοποιημένα νοήματα, δηλητηριάζουμε τις ψυχές μας με οξειδωμένες έννοιες και τετριμμένες ανοησίες.
Μιλάμε διπλώνοντας προσεκτικά τις έννοιες και ακουμπώντας τις τακτικά, τη μια πάνω στην άλλη, στα συρτάρια του μυαλού μας. Η μεγάλη άσπρη για τις κοινωνικές εκδηλώσεις, η μικρή καφεκίτρινη για τις πιο «προσωπικές» στιγμές μας. Η μεσαία γαλάζια για τα οικογενειακά ζητήματα…
Μιλάμε. Δυνατά. Και σκεπάζουμε τον άνεμο που διαμαρτύρεται στα φύλλα του δέντρου, τα τζιτζίκια που πανηγυρίζουν για κάτι που αγνοούμε.
Μιλάμε σιγά. Νανουρίζουμε το υπερδραστήριο θυμικό μας. Παρηγορούμε βουβούς τεθλιμμένους οικείους μας που θάψαμε πριν χρόνια στα έγκατα του ψυχισμού μας.
Μιλάμε. Παλεύουμε να γιατρέψουμε την αρρώστεια της σιωπής που ελλοχεύει να εκδηλωθεί μόλις μας βρει μπόσικους, με το ανοσοποιητικό κουρασμένο, το μυαλό μπουκωμένο σκέψεις και ακατανόητα σήματα από την καρδιά. Ολοι είμαστε φορείς αυτής της αρρώστειας, που μας περιμένει υπομονετικά, πότε θα είμαστε έτοιμοι γι’ αυτήν…

Advertisements