O Kώστας Καλάπας, ο διευθυντής της έγκυρης New Prooptiki Times, γύρισε και κοίταξε με βλέμμα θολωμένο από τα ούζα τον Μπάμπη Καμένο, τον δαιμόνιο δημοσιογράφο της εφημερίδας.
«Μπάμπη, παιδί μου, έχεις τίποτα οικονομίες στην άκρη;»
«Κάτι λίγα…» είπε καχύποπτα ο Μπάμπης.
«Θέλεις να αγοράσεις το 25% της εφημερίδας;»
«Με δυο χιλιάδες ευρώ; Μπορώ; Γουστάρω!»
«Τόσα έχεις μόνον; Καλά, Δεν πειράζει, θα πάρεις δάνειο από καμμιά τράπεζα. Εκδοτοδάνειο!»
«Κώστα, πάμε σπίτι να κοιμηθείς. Είσαι μεθυσμένος…»
Ο Κώστας Καλάπας κοίταξε σκεφτικός τη θάλασσα στο λιμάνι του Πειραιά. Αυτό το πλοίο που περίμεναν δεν θα ξεκινούσε ποτέ, το διαισθανόταν…
«Δεν θα περιμένουμε άλλο το πλοίο. Μπάμπη, θα πάμε με αεροπλάνο!»
«Άσε καλύτερα…» απάντησε αμέσως ο Μπάμπης. Δεν ήταν και τόσο μεθυσμένος πια…

Το πτώμα της μουσικής

Ο Μπάμπης ξύπνησε με πονοκέφαλο, αλλά χαρούμενος: είχε ρεπό! Έκατσε στην αγαπημένη του πολυθρόνα κι έβαλε ένα από τα cd που είχε αγοράσει από έναν Νιγηριανό. Έγειρε πίσω χαλαρωμένος και τότε ακούστηκε μια απειλητική φωνή: «Η πειρατεία σκοτώνει τη μουσική!»
Ο Μπάμπης ταράχτηκε. Ο Μπάμπης δεν ήθελε να πάθει κακό η μουσική. Ο Μπάμπης δεν ήθελε κανένας να πάθει κακό…
«Ποιος είναι;», ρώτησε τρομαγμένος κοιτώντας το ταβάνι.
Τη σιωπή του ταβανιού έσπασε ο αγαπημένος τουρκογύφτικος ρυθμός από το cd: «Ούτε στον εχθρό μου να μην τύχει να ’χει τέτοια τύχη…» Του άρεσε του Μπάμπη αυτό το τραγούδι. Έδειχνε καλόν άνθρωπο, που νοιάζεται για τον πλησίον του. Τελικά αυτοί οι Τούρκοι δεν ήσαν κακοί άνθρωποι. Ο Μπάμπης τους έβλεπε και στα σήριαλ. Καλοί ήτανε…
Οι στίχοι όμως τον μπερδεύανε. Ο Μπάμπης το πάθαινε συχνά αυτό με τραγούδια. Του άρεσε η μουσική, αλλά δεν καταλάβαινε τους στίχους. Δεν πολυμιλούσε γι’ αυτό που του συνέβαινε, ντρεπόταν. Όλοι οι άλλοι φαίνονταν να τους καταλαβαίνουν και να τους τραγουδούν δυνατά…
Γιατί, ας πούμε, σε έναν μήνα εκείνη θα τον ψάχνει στην Κίνα; Γιατί όχι στη Βυτίνα;
Ο Μπάμπης έβαλε ένα παλιότερο cd και χάθηκε στις σκέψεις του. Γνώριμες μουσικές, ακατανόητοι στίχοι. Κάποια ήθελε να μπερδευτεί με τους εργάτες και να πει τον πόνο της στις γάτες. Έτσι, όλα μαζί. Ο Μανώλης Λιδάκης ήθελε να βάψει τις πατούσες του με χένα… Περίεργοι άνθρωποι…
Ο Μπάμπης αναλογίστηκε τους στίχους που έγραφε ο Ακης Πάνου. Ή ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Απλοί και καίριοι. Χωρίς περικοκλάδες.
Ενώ μ’ αυτούς εδώ ο Μπάμπης ένοιωθε πως κάτι δεν πάει καλά…
Μήπως τελικά ο Λιδάκης το ’πε και το ’κανε; Έβαψε τις πατούσες του με χένα; Μήπως γι’ αυτό ήρθε εκείνος ο γλάρος και μίλησε με θάρρος; Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ο Μπάμπης ένοιωθε μπερδεμένος, δεν καταλάβαινε τίποτα. Δηλαδή πώς μιλάνε οι γλάροι στους υπόλοιπους; Διστακτικά; Στον Μπάμπη δεν είχε μιλήσει ποτέ κανένας γλάρος. Ούτε με θάρρος ούτε με δισταγμό…
Και, σαν να μη έφτανε αυτό, του Λιδάκη του ’πε κι άλλα, του ’πε κι άλλα, ώσπου έπιασε ψιχάλα. Τι διάολο ήθελε να πει; Μήπως ο γλάρος ήταν γκέι και του ’κανε σινιάλα; Μήπως του πέταξε την μπάλα; Μήπως τον πήρε καβάλα; Μήπως του έκλεψε το γάλα; Μήπως τον είχε πιάσει κωλοπιλάλα; Μήπως ο Λιδάκης έμεινε μπουκάλα; Μήπως ο γλάρος έπαιζε μαζί του «κρεμάλα»; Μήπως τον είχε βαρέσει στο κεφάλι η μεσημεριάτικη ντάλα; Μήπως δεν ήταν ψιχάλα αλλά ροχάλα; Ο Μπάμπης ένοιωθε τον κόσμο ολόκληρο να γυρνάει γύρω απ’ το κεφάλι του και να ζαλίζεται. Μήπως ο γλάρος ήθελε να βγάλει από μέσα του ένα βάρος; Μήπως δεν ήταν γλάρος αλλά μπακαλιάρος; Μήπως ήταν φαντάρος που δεν είχε πού να πει τον πόνο του;
Τι ήθελε τελικά να πει ο ποιητής; Ποια κρυμμένη αλήθεια δεν μπορούσε να αντιληφθεί ο άμοιρος ο Μπάμπης; Γιατί όλα ήταν τόσο δύσκολα να τα συλλάβει ο νους του; Ο Μπάμπης ένοιωθε μικρούλης και χαζούλης, ένας μικρός Μπαμπούκος που δεν θα γινόταν ποτέ ικανός να μιλήσει με κάποιον θαρραλέο γλάρο. Και, το χειρότερο, να προλάβει ο τσαμπουκάς γλάρος να του πει κι άλλα πριν πιάσει ψιχάλα… Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Και ιδιαίτερα των στιχουργών. Ο Μπάμπης απλώς δεν τους καταλάβαινε…
Ίσως ο ίδιος να ήταν λίγος. Ίσως να μην είχε την ανάλογη παιδεία. Ίσως κάποιες μεταφορές να ήσαν πέραν του συνειδησιακού του ορίζοντα. Του Μπάμπη του άρεσε αυτή η έκφραση: «Συνειδησιακός ορίζοντας». Και την είχε σκεφτεί μόνος του! Ολομόναχος!
«Σ’ έφαγα Λιδάκη!», σκέφτηκε. «Σ’ έκανα σκόνη! Άντε να δω τι θα πεί ο τσαμπουκαλεμένος γλάρος σου τώρα! Δε πα να βάψεις τις πατούσες με ό,τι θες! Ολόκληρος ο «Χόντος» δεν σε σώζει από τον ανταγωνισμό του Μπάμπη!»
Ο Μπάμπης άρχισε να νοιώθει πάλι καλά με τον εαυτό του. Άντε γιατί είχε αρχίσει να αμφιβάλλει. Ποιος; Ο Μπάμπης ο Καμένος! Ο Μπάμπης ο τσίφτης! (Λεμονοστύφτης, του ήρθε ξαφνικά, αλλά δεν έδωσε σημασία. Ήταν επηρεασμένος από τον Λιδάκη…).

Ο Μπάμπης γλαρώνει

Άνοιξε το ραδιόφωνο κι έβαλε τον Planet. Τώρα ήταν καλύτερα. Αυτές οι χοντρές μαύρες που λέγαν προσευχές είχαν ωραίες φωνές. Ο Θεός και το Άγιο Πνεύμα ήσαν εδώ, στο σαλόνι του Μπάμπη. Ο Μπάμπης ένοιωσε τη Θεία Χάρι να τον περιβάλλει προστατευτικά. Ήταν ευλογημένος. Ένοιωθε καλά. Σαν τον Αυτιά: όλα ήταν ωραία και μικρούλικα σ’ αυτόν τον κόσμο! Κι ο κοσμάκης είχε την θεσούλα του. Και τη συνταξούλα του. What a wonderfull world άρχισε να σιγοτραγουδά ο Μπάμπης. Αγαπούσε όλον τον κόσμο. Και τον Κουρή, κι ας φόραγε εκείνο το «κάπως» ροζ πουκάμισο. Και τον Κοντομηνά, κι ας τον είχε αφήσει κάποτε απλήρωτο για καιρό… Όλους τους αγαπούσε. Ο κόσμος ήταν υπέροχος κι οι γλάροι μιλούσαν άνετα και με θάρρος. Ναι, αυτός ο κόσμος είχε μια θέση για τον καθέναν. Ακόμη και για ψιλοπαρανοϊκούς που μιλάνε με θρασύτατους γλάρους. Ο Μπάμπης αποκοιμήθηκε μπαϊλντισμένος, αλλά ήρεμος πια…

Advertisements