Ήταν όμορφη ― δεν μπορείς να πεις. Κατέβηκε τα σκαλοπάτια της πλατείας, έκανε μια κυκλική παράκαμψη στο συντριβάνι, τα πόδια της ακολούθησαν ένα μισοφέγγαρο και πέρασε από δίπλα μου. Το βλέμμα μου παρέμενε καρφωμένο δήθεν στο συντριβάνι ― μην καταλάβει πως την κοίταζα.
Τα βήματά της σταμάτησαν ακριβώς πίσω μου. «Καλά, είδες το κεφάλι της Βίσση;» ακούστηκε να λέει. Κι αμέσως μετά: «Γεια». Αντιχαιρέτησε και ο άλλος και συνέχισαν να μιλούν χωρίς λόγο. Τα σημαντικά είχαν ειπωθεί μεταξύ τους…
Μάζεψα τις εφημερίδες από το τραπέζι της καφετέριας, έβγαλα το σημειωματάριο και έγραψα: Και ποιος είσαι συ που κρίνεις τον κοσμάκη; Στοχαστή της καφετέριας…

Σιγανά και ταπεινά. Ένα δημοτικό που σκάβει στα υπόγεια της ψυχής μας. Η Ελλάδα που κάποιοι αγαπάμε… H Ελλάδα που δεν μας απωθεί, που δεν ντρεπόμαστε γι’ αυτήν. Το μοσχολούλουδό μας… Σιγανά πατώ στη γη. Σιγανά πατώ στη δική μου Ελλάδα. Την ταπεινή και περήφανη, την τόσο απομακρυσμένη από τις τηλεοράσεις και τους πονηρούς «βλαχοαστούς». Τους τηλεπληγικούς… Γλυκειά και αληθινή σαν μητρική αγκαλιά. Αλλά και απεγνωσμένη σαν την αλήθεια μας που αποφεύγουμε. Μικρή σαν εμάς και μεγάλη σαν την ψυχή που κερδίζεται από τις ζωές τις παιδεμένες. Αυτούς τους καινούργιους Έλληνες, δεν τους ξέρω και δεν θέλω τη γνωριμιά τους. Μου είναι ξένοι. Όχι μόνον: θυμώνω μαζί τους. Δεν τους γουστάρω.
Νοσταλγώ κάποιους άλλους Έλληνες που πρόλαβα να γνωρίσω: κάποια θύματα της Αυταπάτης της Αριστεράς του ’60 και του ’70, κάποια απομεινάρια ψυχωμένης παρουσίας που πρόλαβα να γνωρίσω και κρατάω ακόμη στη μνήμη. Γι’ αυτό και αρνούμαι να προσαρμοστώ στις φωνές των καιρών: όχι δεν χάζεψα· θέλω μόνον αυτά που μιλάνε κατευθείαν, χωρίς διαμεσολάβηση, στην καρδιά. Θέλω να παραμείνω επισκέπτης σε αυτόν τον ξένο τόπο.
Πανάθεμά σε, ξενιτειά, εσύ και το καλό σου…

Advertisements