Η Πανεπιστημίου έμοιαζε έρημη και απειλητική εκείνο το βράδυ. Ο Μπάμπης Καμένος έπινε αμέριμνος τον φραπουτσίνο του στην Κοραή και διάβαζε τις εφημερίδες, όταν το μάτι του έπεσε στις δηλώσεις του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως:
«Σε ένα έγκλημα που διαπράττεται στην Πανεπιστημίου, αν έχω τη δυνατότητα να πλησιάσω το πρόσωπο του δολοφόνου, δεν θα το κάνω; Ποιανού την προσωπικότητα υπερασπίζομαι τότε;»
Ο Μπάμπης είχε απομείνει έκθαμβος! Ο Βουλγαράκης είχε δίκιο, οι κάμερες ήταν απαραίτητες…
Κοίταξε καχύποπτα προς την Πανεπιστημίου. Αραιά και πού κάποια εγκληματική φιγούρα εμφανιζόταν για λίγα δευτερόλεπτα κάτω από κάποιον φανοστάτη και εξαφανιζόταν αμέσως στο βαθύ σκοτάδι της Ιπποκράτους. Κάποιες στιγμές του φάνηκε πως στα χέρια κάποιου άγνωστου έλαμψε για δυο δευτερόλεπτα η λάμα κάποιου μαχαιριού ή η κάνη κάποιου όπλου, αλλά καθυσήχασε τον εαυτό του. Η ιδέα του θα ήταν. Ο Μπάμπης ήξερε πως το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Αραγε να το ήξερε κι ο Βουλγαράκης; Μήπως ήταν φοβισμένος κι αυτός; Ο Μπάμπης ένοιωθε συμπάθεια για όλους τους ανθρώπους που το μυαλό τους τούς παίζει παιχνίδια. Ένοιωθε αλληλέγγυος, επειδή συνέβαινε και στον ίδιον μερικές φορές… Ποιος ξέρει ποιοι ανομολόγητοι φόβοι σκιάζανε την ψυχούλα του Βουλγαράκη…
Αλλά η Πανεπιστημίου ήταν τρομακτική, όπως και να το κάνεις… Ο άνεμος παρέσυρε σακκούλες και σκόνη στο έρημο οδόστρωμα και οι λιγοστοί περαστικοί σήκωναν πιο ψηλά τους γιακάδες τους για να προφυλαχθούν.
Και τότε συνέβη το αναπάντεχο. Μια σκοτεινή φιγούρα όρμησε κι άρχισε να γρονθοκοπεί έναν ψιλόλιγνο μοναχικό διαβάτη! Στο λιγοστό φως της Πανεπιστημίου, ο Μπάμπης αναγνώρισε το άτυχο θύμα. Ήταν ο Βαλλιανάτος!

Το μυστηριώδες βρακί

Ο Αστυνόμος Μπέκας κοίταξε επίμονα τον Μπάμπη με το ανεξιχνίαστο βλέμμα του. «Είσαστε σίγουρος κύριε Καμένε πως ο δράστης ήταν ο Θόδωρος Πάγκαλος; Είναι πολύ σοβαρό το ζήτημα. Λέτε πως είστε αυτόπτης μάρτυρας… Προσέξτε, αν λέτε ψέματα, θα φανεί όταν δούμε το βίντεο από τις κάμερες».
Ο Μπάμπης δεν ήταν καθόλου σίγουρος πια. Ο δράστης του είχε φανεί τεράστιος, αλλά πάλι, μπορεί και να είχε ξεγελαστεί…
Κοίταξε διστακτικά τον Αστυνόμο Μπέκα και το τόλμησε: «Η αλήθεια είναι πως ήταν ευκίνητος… Πήδηξε και την μάντρα στην Βιβλιοθήκη πριν επιτεθεί στον κακομοίρη. Ήταν μαζί του και μια γυναίκα. Όμορφη. Στο στυλ της Βάσως Παπανδρέου, θα έλεγα. Αλλά πάλι δεν είμαι και σίγουρος…»
Ο Αστυνόμος Μπέκας κάρφωσε το βλέμμα του στον Μπάμπη. «Ακολουθήστε με, κύριε Καμένε», είπε ξερά και προχώρησε σε έναν μακρύ διάδρομο. Άνοιξε μια πόρτα και περίμενε τον Μπάμπη να μπει πρώτος στο μικρό δωμάτιο. Ο μισός τοίχος στην μία πλευρά του δωματίου ήταν παράθυρο. Ο Μπάμπης κατάλαβε πως η άλλη πλευρά ήταν καθρέφτης. Τα είχε δει αυτά στο σινεμά…
Μια ευτραφής μεσόκοπη στο διπλανό δωμάτιο έδινε κατάθεση κι αυτή. «Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ήταν ο Κουρής. Ο Γιώργος Κουρής. Φορούσε ένα ροζ πουκάμισο, ξέρετε, σαν αυτό του Κοντομηνά, ολόιδιο, πρέπει να ήταν από τα κινέζικα, και φώναξε στο θύμα ‘‘Με περνάς για μαλάκα;’’ πριν του επιτεθεί με μανία…»
Η φωνή του Αστυνόμου Μπέκα ξάφνιασε τον Μπάμπη: «Κατάλαβατε τώρα, κύριε Καμένε; Εσείς είστε αξιόπιστος μάρτυς, δημοσιογράφος. Δεν είσαστε κάποιος αλήτης ή ρουφιάνος. Αλλά αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τους υπόλοιπους αυτόπτες. Έχουμε ακούσει τα πάντα: Ότι ο δράστης ήταν ο Χατζηνικολάου, ο Νταλάρας, η Μιμή Ντενίση ντυμένη άντρας, ο Δανίκας μαζί με την Παπαρίζου, κάποιος Μάριος Πρωτόπαπας που πέρασε τον Βαλλιανάτο για κάποιον που του χρωστούσε λεφτά… Κάποιοι υποστήριξαν ότι ο δράστης φορούσε μια κάπα με ένα ‘‘Ζ’’ πάνω της, ή ότι επρόκειτο για τον ΕΤ τον εξωγήινο…» Ο Αστυνόμος Μπέκας φαινόταν πολύ κουρασμένος. «Μοναδική ελπίδα μας είναι οι κάμερες. Να ’ναι καλά ο Βουλγαράκης…»
Ο Μπάμπης τον λυπόταν. Ήθελε να κάνει κάτι για να τον βοηθήσει. Το ανθρώπινο ράκος που μόλις μια μέρα πριν ήταν ο άνθρωπος από ατσάλι, ο διάσημος Αστυνόμος Μπέκας, κοίταξε τον Μπάμπη ικετευτικά. «Είσαστε η τελευταία μας ελπίδα ― πριν από τις κάμερες, φυσικά. Σκεφτείτε καλά. Είσαστε σίγουρος πως ο δράστης ήταν ο Θόδωρος Πάγκαλος μαζί με κάποια γυναίκα που έμοιαζε στη Βάσω Παπανδρέου;»
Ο Μπάμπης αποφάσισε να πει την αλήθεια. «Κοιτάξτε, Αστυνόμε, είναι και κάτι που δεν ανέφερα. Από διακριτικότητα… Κάποια στιγμή ο άνεμος σήκωσε τη φούστα της γυναίκας που συνόδευε τον δράστη. Φάνηκε το βρακί της. Ήταν σαν το βρακί της Παπαρίζου…»
Ο Αστυνόμος Μπέκας κατάλαβε πως το παιχνίδι είχε χαθεί. Ο μάρτυρας έπεφτε σε αντιφάσεις: Κανείς δεν έχει δει ποτέ το βρακί της Παπαρίζου…

Στο μυαλό του Μπάμπη

Ο Αστυνόμος Μπέκας κοίταξε προβληματισμένος από το παράθυρο την Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Οι κάμερες δεν είχαν δώσει σαφή εικόνα του δράστη. Μόνον η πλάτη του φαινόταν. Κι ένα κασκόλ του ΠΑΣ Γιάννενα. Τίποτα σαφές… Και τα λόγια που είχαν καταγραφεί ήταν γρίφος. Ένας γρίφος που τυραννούσε το δυνατό μυαλό του Μπέκα από το πρωί.
«Ρε κακομοιρούλη, ποιος νομίζεις ότι είσαι, ε; Μωρή συκιά, θα σου φάω το καρύδι, γαμώ τα υπουργεία σου…»
Ο Αστυνόμος Μπέκας άκουσε ξανά, για πολλοστή φορά από το πρωί την ταινία. Αυτό το κακομοιρούλη, πρώτα απ’ όλα, δεν μπορούσε παρά να σημαίνει έναν και μόνον άνθρωπο: τον Αυτιά! Το «συκιά» όμως θα μπορούσε να το έχει πει κάποιος σαν τον Πάγκαλο. Οπότε οδηγούμαστε στον μάρτυρα Μπάμπη Καμένο… Αλλά αυτός δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να έχει δει το τη Βάσω Παπανδρέου να φοράει το βρακί της Παπαρίζου… Αδιέξοδο, ακόμη και για ένα μυαλό σαν αυτό του θρυλικού Αστυνόμου Μπέκα… Έπρεπε να καταλάβει πώς σκεφτόταν αυτός ο μάρτυρας, πού τα είχε μπλέξει, ποιο λάθος είχε κάνει μέσα στην ταραχή του εκείνη την κρίσιμη στιγμή. Έπρεπε να μπεί στο μυαλό του Μπάμπη, όσο επικίνδυνο και να ήταν αυτό για οποιοδήποτε διανοητικά ισορροπημένο άτομο… Ο Αστυνόμος Μπέκας, όμως, δεν ανησυχούσε. Ήταν γνωστό τοις πάσι ότι ήταν φτιαγμένος από ατσάλι… «Είμαι ο Μπάμπης», ψιθύρισε στον εαυτό του και αμέσως κοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί πως δεν τον άκουγε κανείς. «Είμαι ο Μπάμπης και είμαι δημοσιογράφος… Πίνω φραπουτσίνο στην Κοραή και…»
Αλήθεια, δεν τον ρώτησε τι φραπουτσίνο έπινε… Εσπρέσσο ή με καραμέλλα; Διπλή ή μονή δόση; Ο Αστυνόμος Μπέκας ήξερε από τη μακροχρόνια πείρα του πως η παραμικρή λεπτομέρεια μπορούσε να οδηγήσει στη λύση και του πιο μυστηριώδους γρίφου… Όλα είχαν σημασία για το μυαλό ενός έμπειρου αστυνόμου…
«Θα σου φάω το καρύδι…» Τα παράξενα λόγια του δράστη αντηχούσαν στο μυαλό του Αστυνόμου Μπέκα. Θα μπορούσε, λοιπόν, να είναι ο Μαμαλάκης… Ταίριαζε άλλωστε και στη φιγούρα που είχαν καταγράψει οι κάμερες, και στην περιγραφή του μάρτυρα Καμένου… Γιγαντόσωμος, σχεδόν θηριώδης… Η Βέφα Αλεξιάδου αποκλειόταν… Εκτός και αν είχε ντυθεί άντρας για να συκοφαντήσει τον Μαμαλάκη… Το δαιμόνιο του Αστυνόμου Μπέκα δεν απέκλειε αυτήν την εκδοχή. Κράτησε μια σημείωση. Θα το έλεγχε αργότερα.
«Γαμώ τα υπουργεία σου…» Ήταν ολοφάνερο πως ο δράστης πίστευε πως το θύμα ήταν υπουργός… Άρα είχε κάνει λάθος, δεν σκόπευε να επιτεθεί στον Βαλλιανάτο, αλλά σε κάποιον που του μοιάζει… Το μυαλό του Αστυνόμου Μπέκα έτρεχε με πυρετώδη ρυθμό, ήλεγχε εκδοχές, συνδύαζε λεπτομέρειες που κάποιος άλλος θα προσπερνούσε ως τυχαίες συμπτώσεις, αποδομούσε και επανασυνέθετε τα δεδομένα με τρόπους που κάποιος άλλος άνθρωπος, λιγότερο προικισμένος, δεν θα μπορούσε να το κάνει ποτέ.
«Και όχι μόνον ήταν υπουργός, αλλά είχε και πολλά υπουργεία…» υπενθύμισε φωναχτά στον εαυτό του. Κανένας υπουργός της κυβέρνησης δεν είχε πολλά υπουργεία, σκέφτηκε ο Αστυνόμος Μπέκας. Εκτός… Ο Αστυνόμος Μπέκας κοκκάλωσε στη θέση του. Απίστευτο! Εκτός και αν ο δράστης είχε περάσει την ψηλόλιγνη φιγούρα του Βαλλιανάτου για τον πρωθυπουργό, τον Κώστα Καραμανλή… Που έχει και το Υπουργείο Πολιτισμού… Ο Αστυνόμος Μπέκας αδυνατούσε να πιστέψει πως υπήρχε άνθρωπος τόσο ηλίθιος που να πιστεύει ότι ο πρωθυπουργός της χώρας θα κυκλοφορούσε χωρίς σωματοφύλακες νυχτιάτικα στην Πανεπιστημίου. Σαν να ήταν κάποιος κοινός θνητός που πάει στην Ομόνοια για εφημερίδες και χάμπουργκερ…
Ο Αστυνόμος Μπέκας απέκλεισε αυτήν την εκδοχή. Το ένστικτό του, ακονισμένο από την εμπειρία πολλών χρόνων στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, του έλεγε πως δεν υπήρχε άνθρωπος που θα μπέρδευε τον Κώστα Καραμανλή με τον Βαλλιανάτο. Όχι, έπρεπε να στραφεί σε άλλη κατεύθυνση.
Κοίταξε αφηρημένος το μποτιλιάρισμα στην Αλεξάνδρας. Οι σκέψεις του ασφυκτιούσαν μπλοκαρισμένες η μία πίσω από την άλλην σαν τα αυτοκίνητα κάτω στον δρόμο… Δεν έβρισκε τη λύση… Άκουσε πάλι από την αρχή την ταινία. Ίσως να έβρισκε τη λύση αν αντιμετώπιζε τις φράσεις σαν σύνολο, αντί να τις αναλύει στα επί μέρους. Σαν μια ενιαία νοηματική ενότητα, ένα σύστημα που η ολότητά του υπερέβαινε το άθροισμα των στοιχείων που την αποτελούσαν. Ο Αστυνόμος Μπέκας θα εφάρμοζε την αγαπημένη του μέθοδο: τη συστημική σκέψη!
«Ρε κακομοιρούλη, ποιος νομίζεις ότι είσαι, ε; Μωρή συκιά, θα σου φάω το καρύδι, γαμώ τα υπουργεία σου…» ακούστηκαν για άλλη
μια φορά τα μυστηριώδη λόγια του αγνώστου.
Το φανάρι στην Αλεξάνδρας άναψε και τα αυτοκίνητα επιτέλους προχώρησαν. Οι σκέψεις του Αστυνόμου Μπέκα μπήκαν σε μια καινούργια, παράξενη σειρά που άστραψε σαν λαμπερό φως στο πηχτό σκοτάδι όπου τριγύριζε αδιέξοδα όσο βρισκόταν στο μυαλό του Μπάμπη. «O μπάτλερ είναι ο ένοχος», μονολόγησε ξαφνιασμένος κι ο ίδιος. Ο μπάτλερ, δηλαδή ο Κάρολος Παπούλιας… Και τα λόγια δεν ήταν γρίφος πια, ήταν τα λόγια κάποιου που δέρνει και απλώς βρίζει. Γενικά. Και μόνον ένας άνθρωπος θα μπορούσε να βρίζει τόσο χυδαία: πάλι ο Κάρολος Παπούλιας! Και το κασκόλ του ΠΑΣ Γιάννενα: Ο Παπούλιας και πάλι!
Ο Αστυνόμος Μπέκας σήκωσε το τηλέφωνο σχηματίζοντας στο καντράν τον αριθμό του Νίκου Κωνσταντόπουλου. «Έλα, Νίκο, έχω ευχάριστα νέα…»

Advertisements