Ο Γιώργος Γκαπ, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας New Prooptiki Times, είχε απομείνει άφωνος. Τι αηδίες ήταν αυτές που είχε γράψει ο Μπάμπης Καμένος πάλι; Πήρε να ξαναδιαβάσει το χειρόγραφο απ’ την αρχή:

«Τίτλος: Μην το σκέφτεσαι!
Τελικά νομίζεις πως όλα αυτά δεν ήταν για σένα. Ότι, τάχα μου, εσύ είσαι φτιαγμένος από κάποιο άλλο υλικό, ότι διαφέρεις.
Νομίζεις πως οι υπόλοιποι είναι από άλλη πάστα… Γιατί;
Επειδή όταν έρχεται η άνοιξη, εσύ πονάς; Ναι, η φύση γιορτάζει κι εσύ δεν είσαι καλεσμένος. Οι κερασιές ανθίζουν, κι εσύ μαραίνεσαι ακόμη περισσότερο. Κάποιοι σου λένε πως πρέπει να προφυλάξεις την απαλότητα της ψυχής σου από τις ίδιες της τις σκληράδες… Υπεκφυγές! Όλοι ίδιοι είμαστε. Εσύ είσαι απλώς λίγο πιο κουφός. Στις φωνές που αντηχούν στο κεφάλι σου, εννοώ. Απλώς να μην το σκέφτεσαι. Απλώς, προχώρα και μη κοιτάς γύρω σου. Ούτε πίσω, μόνον μπροστά σου και χαμηλά να κοιτάς. Βήμα – βήμα. Έτσι, μπράβο. Ένα βήμα ακόμα ― έλα, τώρα, μόνο ένα ακόμα. Στράτα, στρατούλα… Όχι, όχι, μη σκέφτεσαι πάλι. Άλλο ένα βήμα. Όχι, ούτε θα πιεις ούτε θα καπνίσεις. Θα κάνεις άλλο ένα βηματάκι…
Κοίτα τα άλλα παιδάκια τι όμορφα που περπατάνε! Έλα, καλό παιδί, κάνε κι εσύ άλλο ένα βηματάκι. Δεν έχει σημασία για πού, δεν είναι δική σου δουλειά. Μη με εκνευρίζεις, άντε μπράβο. Προχώρα!
Έτσι! Τώρα θέλω να χτυπήσεις με τα χεράκια παλαμάκια. Τι ωραία που είναι όλα! Ωραία… Και τώρα θέλω από σένα σαν καλό ανθρωπάκι που είσαι να βάλεις το πουλάκι σου μέσα στο πουλάκι αυτού του κοριτσιού. Είδες τι ωραία που είναι! Α, όχι, μην αρχίζεις πάλι τις ερωτήσεις. Τι θα πει γιατί; Δεν είναι δική σου δουλειά, τα είπαμε αυτά…»

Ο Μπάμπης λοιπόν πίστευε ότι διαφέρει, ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους! Ο Γκαπ τσαντίστηκε περισσότερο. Δηλαδή εμείς είμαστε μαλάκες κι ο Καμένος είναι ο μάγκας… Κι όταν έρχεται η άνοιξη ο κύριος Μπάμπης πονάει. Αχά! Θα θέλει και καμιά αναρρωτική το πουλάκι μου. Κι η φύση γιορτάζει κι αυτός δεν είναι καλεσμένος. Και γιατί να τον καλέσει; Αυτός την κάλεσε όταν πλακωνόταν στα ουίσκια πέντε η ώρα το πρωί στη «Φαίδρα», στη Φωκίωνος; Είναι φυσιολογικά πράματα αυτά; Αμ, η φύση ξυπνάει την ώρα που εσύ πας για ύπνο, κύριε Μπάμπη! Και οι κερασιές ανθίζουν, μη χέσω τον Λουντέμη σου. Και πού τις είδες εσύ, ρε Μπάμπη, τις κερασιές; Στην Πατησίων; Το πιο κοντινό που έχεις δει είναι η βυσσινάδα της θείας σου…
Ο Γκαπ άναψε τσιγάρο φουρκισμένος και διάβασε παρακάτω: Να προφυλάξει την απαλότητα της ψυχής του από τις ίδιες της τις σκληράδες. Το παίζει και σκληρός ― ο χαλβάς… Αλλά, ότι ο Μπάμπης ακούει φωνές στο κεφάλι του είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Όλοι το υποψιαζόντουσαν στην εφημερίδα αλλά έκαναν διακριτικά ότι δεν το είχαν καταλάβει. «Κρίμα το παλικάρι», σκεφτόντουσαν όλοι, αλλά δεν έλεγαν τίποτα… «Στράτα, στρατούλα». Όπα, ρε μπέμπη! Κάτσε όρθιος να σε βλέπουμε κι εμείς που είμαστε άλλη πάστα… Ενώ εσύ είσαι μιλφέιγ και θα μας σκορπίσεις στο πιάτο. Άντε τώρα…
Αλλά εκεί, στην τελευταία παράγραφο, ο Γκαπ διάβασε με κομμένη ανάσα την αποκάλυψη: Η λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του Μπάμπη ήταν προφανής! Δεν ήθελε να το βάλει στο κοριτσάκι, άρα… Τι θέλεις, κύριε Μπάμπη; Να βάλει ποιος τι και πού, δηλαδή; Κύριε Μπάμπη, δεν μας τα λες καλά…

Πίσω από τον Μπάμπη

Ο Μπάμπης μπήκε στο γραφείο του Γκαπ με το κυπελάκι του καφέ στο ένα χέρι και την εφημερίδα στο άλλο. «Τι εννοεί ο Καλάπας ‘‘Μπρος γκρεμός και πίσω εκλογές’’;» ρώτησε σκεπτικός τον αρχισυντάκτη του. «Όλοι θα απέφευγαν τον γκρεμό μπροστά τους και θα προτιμούσαν το πίσω τους: τις εκλογές. Τι σόι δίλημμα είναι αυτό;»
O Γκαπ κοίταξε με μισό μάτι τον Μπάμπη. Ώστε μέρα τη μέρα αποθρασυνόταν το πουλάκι μου. Και θεωρούσε αυτονόητο να προτιμάς το «πίσω» σου. Τι άλλο θα άκουγαν τ’ αυτιά του!
«Μπάμπη, θέλω να μιλήσουμε. Σαν φίλοι. Εσύ προτιμάς το πίσω σου;»
«Ποιο πίσω μου; Το παρελθόν; Τη χρονιά που πέρασε; Όχι βέβαια! Με γάμησε το αφεντικό με τις καθυστερήσεις στις πληρωμές».
«Μπάμπη, θα σε πείραζε να χρησιμοποιείς άλλες εκφράσεις; Το ίδιο γλαφυρές, αλλά διαφορετικές;»
«Γιατί, εσένα δεν σε γάμησε;»
«Μπάμπη, δεν καταλαβαίνεις… Το θέμα είναι άλλο: Εσένα σου άρεσε;»
«Που δεν πληρώθηκα;»
«’Οχι, Μπάμπη, η κατάσταση. Γενικά…»
«Ναι, μωρέ, καλά ήταν. Είχαμε και τις πλάκες μας με τον διευθυντή ― μέχρι να μας χωρίσουν, δηλαδή, γιατί δεν χωράγαμε στα καινούργια γραφεία στη Νέα Ορλεάνη… Αλλά γαμηθήκαμε με τους μισθούς…»
«Να, αυτό ακριβώς θέλω να συζητήσουμε Μπάμπη. ΑΥΤΟ, σου άρεσε;»
«Εδώ που τα λέμε, καλό μού έκανε. Κατάλαβα πόσα λίγα έχει πραγματικά ανάγκη ο άνθρωπος. Το λέει και ο Κοέλιο: Όταν κατά βάθος δεν θέλεις να πληρωθείς, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να μην πληρωθείς…»
«Μπάμπη, με μπερδεύεις, αγόρι μου. Θα σου το θέσω ευθέως: την κουνάς την αχλαδιά;»
«Έλα, ρε Γιώργο τώρα. Λεμονιά είναι κι απλώς κόβω φυλλαράκια και τα σπάω γιατί μου αρέσει να τα μυρίζω».
«Όχι, Μπάμπη, δεν εννοώ τη λεμονιά στον ακάλυπτο. Εννοώ αν σου αρέσει να τον παίρνεις! Πώς αλλιώς να το πω, ρε γαμώτο!»
«Τον μισθό μου; Μου αρέσει να τον παίρνω. Λιγάκι. Όχι πολύ, γιατί έχω συνηθίσει και χωρίς αυτόν. Αλλά είναι κάτι επιπλέον, δεν μπορώ να πω…»
«Μπάμπη, ως εδώ. Σταμάτα να μου κάνεις τον χαζό! Είσαι ντιγκιντάγκας ή όχι;»
«Γιώργο, εννοείς αν είμαι αδελφή; Πώς σου ’ρθε τώρα αυτό;»
«Κοίταξε, Μπάμπη. Κι εμένα μ’ αρέσουν αυτά που μου κάνει η Διαμαντοπούλου στις συνεντεύξεις. Αλλά είναι συμβολικό. Καταλαβαίνεις τη διαφορά, Μπάμπη;»
Ο Μπάμπης ζάρωσε στην καρέκλα του. Ναι, τώρα καταλάβαινε. Κατά βάθος ήταν συμβολικό… Ένοιωθε ανόητος.
Ζήτησε βιαστικά συγνώμη και κατευθύνθηκε προς το λογιστήριο.

Ο συμβολισμός της κάλτσας

«Δεν θέλω να ξαναπληρωθώ. Τώρα πια καταλαβαίνω τον συμβολισμό! Είναι σαν τις συνεντεύξεις του Γκαπ με τη Διαμαντοπούλου. Αυτή είναι άγρια με τη ναζιστική στολή και του Γκαπ του αρέσει, αλλά μόνο συμβολικά. Όχι να μας δείρει κι όλας…»
Ο λογιστής κοίταξε τον Μπάμπη εξονυχιστικά από πάνω μέχρι κάτω.
«Μπάμπη, πίνεις; Αλκοόλ εννοώ».
«Εεεε, λίγο… Όταν είναι να γράψω…»
«Γράφεις συχνά, Μπάμπη, παιδί μου;»
«Εεεε… Μια φορά την εβδομάδα….»
«Μπάμπη. Με όλο το θάρρος που έχουμε μεταξύ μας. Μήπως θα μπορούσες να γράφεις πιο σπάνια; Μια φορά τον μήνα, ας πούμε. Ή κάθε Χριστούγεννα, που είναι και γιορτή κι όλοι χαίρονται να σε διαβάζουν… Σαν μπόνους από τον Άη Βασίλη στις κάλτσες… Μπάμπη, αγόρι μου, έχεις σκεφτεί ποτέ πως αυτά που γράφεις είναι σαν ισοθερμικές κάλτσες;»
Ο Μπάμπης απέμεινε σκεφτικός μέσα στο λογιστήριο. Η γραφή του ήταν σαν ισοθερμική κάλτσα… Δεν το είχε σκεφτεί ποτέ αυτό. Κι όμως, ο λογιστής κάπου είχε δίκιο. Είχε δει ο ίδιος με τα μάτια του ανθρώπους να ιδρώνουν διαβάζοντας τα κείμενά του. Είχε πιστέψει πως ήσαν απλώς πάνω από το επίπεδό τους, προσπαθούσαν να παρακολουθήσουν την ροή της σκέψης του Μπάμπη… Τώρα συνειδητοποιούσε ότι μπορεί, ίσως, ενδέχεται, ο λόγος που ίδρωναν και ξεΐδρωναν να ήταν διαφορετικός: πάλευαν να καταλάβουν τι στο διάβολο θέλει να πει αυτός εδώ…
Ο λογιστής διάλεγε προσεκτικά μία – μία τις λέξεις του: «Μπάμπη, μήπως θα ήταν καλύτερα να σε πληρώνουμε εμείς για να γράφεις τα μικρά λεκτικά αραβουργήματά σου σε κάποιαν άλλη εφημερίδα;»
Ο Μπάμπης ένοιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι: «Πώς τολμάς! Για κανένα στέλεχος κόμματος με πέρασες; Σ’ αυτήν την εφημερίδα κανείς δεν χρηματίζεται!».

Advertisements