Ο Μπάμπης Καμένος, ο ταλαντούχος δημοσιογράφος της εφημερίδας New Prooptiki Times, ήταν απογοητευμένος. Η υποδοχή που είχε επιφυλάξει στο αριστουργηματικό χειρόγραφό του ο Γιώργος Γκαπ, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας, δεν ήταν αυτό που περίμενε ο Μπάμπης. Είχε πιστέψει πως ο ξενέρωτος «Σουηδός» θα εκτιμούσε τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Μπάμπη. Ο Μπέργκμαν, άλλωστε, ήταν η μόνιμη πηγή έμπνευσής του. Κι όμως, ο Γκαπ είχε αντιδράσει με ακατανόητο ―για τον Μπάμπη― τρόπο. Κι όμως, θα έπρεπε να το περιμένει. Ο Γιώργος Γκαπ ο ίδιος δεν ήταν που είχε πει προ ημερών στους συντάκτες της εφημερίδας «Δεν έχετε δει ακόμη τον πραγματικό Γκαπ!». Ώστε αυτός ήταν λοιπόν ο πραγματικός Γκαπ που δεν είχε δει κανείς μέχρι τώρα. Ίσως μόνον η Άντα Γκαπ, η άτυχη συμβία του, να είχε γνωρίσει αυτόν τον βαρβάτο άντρα που δεν σήκωνε μύγα στο ετεροφυλόφιλο σπαθί του, αυτό το αρσενικό σωβινιστικό γουρούνι που είχε ειρωνευθεί τον Μπάμπη και τους αγνούς προβληματισμούς του. Είχε εμφανισθεί από το πουθενά η πραγματική προσωπικότητα του Γκαπ: πίσω από το μειλίχιο προσωπείο του κρυβόταν ένας βάρβαρο μεσογειακό αρσενικό. Ο Μπάμπης ένοιωθε ανόητος που του είχε φωνάξει σ’ εκείνη τη σύσκεψη, «Γκαπ, γίνε πιο μάγκας, πιο τσαμπουκάς, εμείς έτσι σε θέλουμε!» Δεν είχε φανταστεί τις αλλαγές που έκρυβε κάτω από το ηλιοκαμένο δέρμα του και την μυρωδιά του αντηλιακού που ανέδιδε το στολισμένο με χρυσή καδένα δασύτριχο στήθος του. Το μαύρισμα του Γκαπ είχε προχωρήσει πολύ βαθύτερα, είχε διαποτίσει το «είναι» του! Ο ασπρουλιάρης ευγενής και χαμηλόφωνος Σουηδός είχε εξαφανιστεί λες κι ήταν ένα απλό περαστικό σύννεφο στον αττικό ουρανό…
Ο Μπάμπης έπρεπε να καταπιεί την πίκρα του και να προχωρήσει στη ζωή του! Αποφάσισε να ακολουθήσει την ίδια τη δική του συμβουλή: «Μην το σκέφτεσαι!». Ναι, θα έπαιρνε τηλέφωνο τώρα αμέσως τον διευθυντή της εφημερίδας, τον Κώστα Καλάπα, τον «Θεό», όπως τον έλεγαν οι συντάκτες της εφημερίδας. Αν υπήρχε κάποια ειρωνία στην προσφώνηση, ο Μπάμπης δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα να το διευκρινίσει…
«Έλα Κώστα, εγώ είμαι, ο Μπάμπης!»
Από την άλλη άκρη της γραμμής ακουγόταν καραόκε το αγαπημένο σουξέ της Καλομοίρας.
«Καλά, ακούς καραόκε την Καλομοίρα, Κώστα; Και τι τραγουδάς με τη μουσική υπόκρουση;»
«Είμαι ο Καλάπας!» ακούστηκε η βαθιά μπάσα φωνή του «Θεού».
«Το ξέρω, εγώ σε πήρα τηλέφωνο», είπε παραξενεμένος ο Μπάμπης.
«Όχι! Αυτό τραγουδάω: “Είμαι ο Καλάπας”!»
«Δηλαδή;» ψέλλισε κάτωχρος ο Μπάμπης.
«Να, άκου», είπε ο Καλάπας κι έβαλε από την αρχή τη μουσική:
«Άστο πάνω μου και θα δεις / πόσο θα μ’ ερωτευτείς / κι αν δεν το δεις, είσαι μάπας / άστο πάνω μου και θα δεις / πόσο θα μ’ ερωτευτείς, / εγώ μωρό μου είμαι ο Καλάπας…»
Τη μουσική της Καλομοίρας διαδέχθηκε μια απόκοσμη σιωπή από την πλευρά του Μπάμπη.
«Μπάμπη, πώς σου φάνηκε;» ρώτησε με αδημονία ο Κώστας Καλάπας.
«Καταπληκτικό!» αναφώνησε επιτέλους ενθουσιασμένος ο Μπάμπης. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί ανακηρύσσεσαι κάθε τόσο ο “Καταλληλότερος Διευθυντής”! Είσαι ο Θεός της Μουσικής! Ο Μπάμπης το ξανασκέφτηκε. Αυτός ήταν ο Απόλλων. Δεν μπορούσε να προχωρήσει σε τέτοια ιεροσυλία… «Είσαι ο Θεός της… της… του Σταύρου!» πρόσθεσε βιαστικά ο Μπάμπης.
«Ποιος είναι ο Σταύρου;» ρώτησε ο Καλάπας.
«Δεν ξέρω… Έτσι το είπα… Γιατί, η Καλομοίρα σε ξέρει; Αγνόησέ την την ατάλαντη! Και τον Σταύρου! Αγνόησέ τον…»
«Από πού προέκυψε αυτός ο Σταύρου, Μπάμπη; Κάνας βουλευτής είναι; Σαν αυτόν τον Πολύζο που τρέχαμε τελευταία στιγμή να βρούμε ποιος είναι;»
«Δεν ξέρω, Κώστα… Έτσι μου ’ρθε, δεν το σκέφτηκα…»
«Μπάμπη, είσαι καλά, παιδί μου; Τρως καλό πρωινό; Τραγουδάς στο μπάνιο; Μπάμπη, μήπως χρειάζεσαι διακοπές;»
«Ναι! Διακοπές… Αυτό χρειάζομαι», ακούστηκε ανάμεσα σε λυγμούς η φωνή του Μπάμπη.

Το Όνομα Του Κυρίου επί ματαίω

Το πρωινό ήταν πανέμορφο και η κίνηση στην Εθνική Οδό λιγοστή. Ο Καλάπας ήταν στα κέφια του και σιγοτραγουδούσε καθώς κρατούσε σταθερά το τιμόνι στα χέρια του, σαν να ήταν το τιμόνι της New Prooptiki Times.
«Σ’ ένα χρόνο, σ’ ένα μήνα, θα με ψάχνεις μέχρι και στην Κίνα»: η καλλιεργημένη φωνή του Καλάπα αντηχούσε μέσα στο αυτοκίνητο και ταξίδευε διπλά τον Μπάμπη.
«Για ποιον το τραγουδάς αυτό Κώστα;» ρώτησε ο Μπάμπης με μισόκλειστα μάτια από τη θέση του συνοδηγού.
«Για κανέναν…» απάντησε αμέσως ο Καλάπας.
Ο Μπάμπης ένοιωσε πως ο Κώστας έλεγε ψέματα, αλλά δεν επέμεινε.
Εκείνη τη στιγμή ένας συμπαθητικός γεράκος φάνηκε στη γωνιά του δρόμου πάνω σ’ ένα γαϊδουράκι. Ο Καλάπας έκανε στην άκρη το αυτοκίνητο και σταμάτησε δίπλα του.
«Έι, μπάρμπα, για τη Λίμνη Πλαστήρα καλά πάμε;»
«Εννοείς τη Λίμνη Πλαστήρα – Καραμανλή, γιε μου;»
«Τη σκέτη Λίμνη Πλαστήρα…» επέμεινε κάπως μπερδεμένος ο Καλάπας.
«Τώρα τη λένε Πλαστήρα – Καραμανλή», είπε ο παππούς κοιτάζοντάς τους καχύποπτα.
«Πήρε διαζύγιο;» ρώτησε ο Μπάμπης από το ανοιχτό παράθυρο.
«Η λίμνη;» ρώτησε ο παππούς μπερδεμένος με τη σειρά του.
«Κράτησε το πατρώνυμο; Όπως λέμε Πάλλη – Πετραλιά, Αγγελοπούλου – Δασκαλάκη, έτσι;» επέμεινε ο Μπάμπης.
«Ζαβό είν’ αυτό;» γύρισε ο παππούς προς τον Καλάπα δείχνοντας τον Μπάμπη. «Ή είναι από αυτούς τους αριστερούς που κάναν όλους τους δρόμους “Ηρώων Πολυτεχνείου” κι όλες τις πλατείες “Μελίνα Μερκούρη” για να χάνονται στους δρόμους όλοι εκεί κάτω στην Αθήνα;»
«Άστον, παππού… Δείξε μας τον δρόμο για τη Λίμνη Πλαστήρα – Καραμανλή…»
«Από κει», είπε μουτρωμένος ο παππούς κοιτώντας με συγκρατημένη αηδία τον Μπάμπη.

Ο μύθος του Καλάπα

Η πανέμορφη λίμνη φάνηκε επιτέλους στην επόμενη στροφή του δρόμου. Έμειναν για λίγο μαγεμένοι από το θέαμα κι οι δυο τους.
«Λέω να κατέβω στην πολιτική», είπε ξαφνικά ο Καλάπας χωρίς να κοιτάξει τον Μπάμπη.
«Δημοσιογράφος στην πολιτική; Πού ξανακούστηκε;» είπε ξαφνιασμένος ο Μπάμπης.
«Θέλω να ζήσω κι εγώ τον μύθο μου στην Ελλάδα! Με τις εφημερίδες κανείς δεν είδε χαΐρι ποτέ. Εκτός από έναν…»
«Εννοείς τον Σταύρο;» ρώτησε πονηρά ο Μπάμπης.
«Ποιον Σταύρο; Τον Σταύρου θες να πεις;»
«Ποιος είναι ο Σταύρου;» ρώτησε μπερδεμένος ο Μπάμπης.
«Εσύ τον ανέφερες, πέντε παραγράφους παραπάνω! Πού να ξέρω εγώ;»
«Καλά – καλά… Εσύ τι εννοείς ότι θέλεις να ζήσεις τον μύθο σου στην Ελλάδα; Τι θα κάνεις δηλαδή;»
«Θα κατέβω στην πολιτική…» είπε με ονειροπόλο ύφος ο Κώστας Καλάπας ενώ το βλέμμα του χανόταν στα πανύψηλα δέντρα που παλαισίωναν την φημισμένη λίμνη. «Και κάποια μέρα, αυτή τη λίμνη που βλέπεις θα τη λένε Λίμνη Πλαστήρα – Καλάπα…»

Advertisements