Διάβασα αυτές τις μέρες μερικά μπεστ σέλλερς, από τη γνωστή σειρά των Bell. Μου αρέσει πότε – πότε να διαβάζω τέτοια κείμενα, μυθιστορίες που σε σπρώχνουν ψυχαναγκαστικά να γυρίζεις τη μία σελίδα μετά την άλλη… Από τη μια, γιατί διαπιστώνω ότι με κάνουν να κοιμάμαι καλύτερα. Κι από την άλλη, γιατί με ενδιαφέρει η τεχνική της γραφής των ειδικών του είδους. Ακούγεται κάπως ειρωνικό, αλλά δεν το εννοώ έτσι, πραγματικά… Ειλικρινά απολαμβάνω την ανάγνωση των μπεστ σέλλερς. Περισσότερο, τουλάχιστον, από κάποια μίζερα τεχνητά λογοτεχνουργήματα κάποιων εγχώριων συγγραφέων με καλές δημόσιες σχέσεις και κακοχωνεμένες εμπειρίες από τα παιδικά τους χρόνια στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξανδρούπολη ή την Πατησίων…
Οι «αμερικανιές» είναι πολύ πιο εύκολες, αλλά και γοητευτικές, επίσης: επιτελούν καλύτερα τη σύγχρονη λειτουργία της ανάγνωσης: μια ιδιότυπη νοητική γιόνγκα, ένα ασφαλές γενικευμένο άδειασμα του μυαλού και μια σχεδόν μαγική μεταφορά του ψυχισμού με «διακτινισμό αλά Σταρ Τρεκ» σε έναν προβλεπόμενο κόσμο, όπου ακόμη και η όποια ανατροπή της πλοκής υπακούει, εντούτοις, σε βαθύτερους, ασφαλείς κανόνες. Μια μικρή και άκακη επικύρωση των δικών μας βεβαιοτήτων, που τις έχουμε ανάγκη για να πορευόμαστε χωρίς αγχολυτικά και αντικαταθλιπτικά. Τα έχω κι εγώ ανάγκη κάθε τόσο…
Παρ’ όλα αυτά, στάθηκα, για λίγο, σε κάποιο σημείο: στο μυθιστόρημα του Peter Abrahams «Ο Καθηγητής», ο μοναδικός κακός της ιστορίας είναι, επίσης και ο μοναδικός που καπνίζει… Στοιχείο που… εντυπωσιάζει τους καλούς της ιστορίας όταν το ανακαλύπτουν! Μέχρι να το ανακαλύψουν, τον θεωρούν «δικό τους», δηλαδή καλό… Από εκείνη τη στιγμή και μετά, τους μπαίνουν ψύλλοι στ’ αυτιά…
Ας είναι. Ακόμη κι έτσι, το φχαριστήθηκα: μου χάρισε δυο ωραίες νύχτες χαλάρωσης πριν κοιμηθώ (και δυο – τρία μεταμεσονύχτια τσιγάρα ταυτιζόμενος σε επικίνδυνο βαθμό ―αλλά με ασφάλεια― με τον κακό της ιστορίας). Για λίγο, μόνο… Δυο τσιγάρα δρόμο…

Advertisements