Είδα τον εαυτό μου: περπατούσα. Στην αρχή ευθυτενής, μα κάπου μέσα μου σκυφτός. Πέρασα μικρά χωριά και μεγάλες πολιτείες, και κατέληξα να περπατώ σκυφτός, κάπως προσποιητά γιατί μέσα μου είχα κρυφά σηκώσει ανάστημα.
Μέσα μου ήξερα πως φως δεν συνάντησα. Πότε – πότε κάτι έλαμπε για λίγο και μετά χανόταν. Συνέχισα να περπατώ και κατά διαστήματα να αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που οδηγούσε τα βήματά μου.

Κάποια ανύποπτη στιγμή κατάλαβα πως επέστρεφα πίσω στα βασικά. Είχα ανέβει σκάλες και τις είχα κατέβει, ξανά και ξανά,
είχα ακολουθήσει μονοπάτια που εγκατέλειψα λίγο μετά και γύρισα πίσω να βρω το σταυροδρόμι που ένοιωθα να μου λείπει…
Επιστρέφω, λοιπόν, προσπερνώντας τους δείκτες του ρολογιού που απλώνονται μπροστά μου να μου φράξουν τον δρόμο.
Τώρα διασχίζω καινούργιους άνυδρους τόπους, βιάζομαι να φτάσω. Προσπερνώ ξέφωτα και ασφαλείς αγκαλιές, βαδίζω απτόητος προς κάποιον θάνατο ―δεν ξέρω τίνος―, δεν ξέρω σχεδόν τίποτα, κι όμως προχωρώ βιαστικά σαν να έχω κάποιον σκοπό να με οδηγεί, σαν σκυλί που περνά βιαστικά και πηγαίνει στο πουθενά χωρίς να κοιτάζει γύρω του.
Συνήθισα αυτά που χθες ήταν ξένα και απειλητικά. Έγιναν γλυκά και οικεία με το πέρασμά μου απ’ τον χρόνο. Όμορφα είναι όταν το πριν λίγο αγριεμένο σκυλί αναζητά το χάδι σου με τη μουσούδα του να χώνεται στο βλέμμα σου. Μα, τότε, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να με απειλεί; Οι απειλές γίνονται χειρότερες όταν η πηγή τους γίνεται όλο και πιο απροσδιόριστη, όταν μεταλλάσσονται, γίνονται όλο και πιο άυλες, αποχωρίζονται τα χθεσινά τους ρούχα και προβάρουν καινούργια να σε ξεγελάσουν.
Ένα υπόγειο ποτάμι κουβαλάει σαν σκουπίδια όσα ενώνουν τις ζωές μας σε κάποιες στροφές του. Μέχρι να ξαναχωρίσουν, σαν από κάποιο υπόγειο ρεύμα πάλι, σαν δυνάμεις που τραβούν γι’ αλλού η καθεμιά. Η χθόνια δύναμη που μας αφήνει να φεύγουμε μακριά της και να μαραινόμαστε. Σαν εκδικητικός θεός, σαν πικραμένος γονιός.

Advertisements