Ο Μπάμπης Καμένος, ο συναισθηματικά ασταθής και ελαφρώς αλκοολικός δημοσιογράφος της εφημερίδας New Prooptiki Times, ξύπνησε με βαρύ πονοκέφαλο. Δεν ήξερε καν πού βρισκόταν… Λίγο μετά, άρχισε να θυμάται… Ταξίδι… Είχε ξυπνήσει στη Θεσσαλονίκη… Ξενοδοχείο… Είχε βγεί με παλιούς φίλους, είχαν πάει σε κάποια ταβέρνα στην Άνω Πόλη, μετά στα μπαράκια… Και μετά δεν θυμόταν τίποτα. Είχε πιει πάλι τον Βόσπορο, ίσως και κάτι παραπάνω.
Ο Μπάμπης Καμένος άκουγε τη βροχή που έπεφτε έξω από το δωμάτιο του ξενοδοχείου κι έκανε να γυρίσει πλευρό στο κρεβάτι του. Τότε, ακούμπησε σε κάτι παγωμένο! Σήκωσε τα σκεπάσματα και είδε ένα τεράστιο μεταλλικό αντικείμενο. Μια ασπίδα… Τι στο διάβολο είχε συμβεί πάλι; Όποτε έπινε γίνονταν περίεργα πράγματα…
Ο Μπάμπης ντύθηκε βιαστικά, πήρε την ομπρέλα του και κατέβηκε να βρει καφεΐνη.

«Πάρε με τώρα»

Ο Αστυνόμος Μπέκας ήταν προβληματισμένος. Η κλοπή της ασπίδας του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την παραλία της Θεσσαλονίκης τον βασάνιζε από το πρωί. Είχε ήδη σχηματισθεί μια λίστα υπόπτων, έλειπε, εντούτοις, παντελώς το κίνητρο. Γιατί να κλέψει κάποιος μια ασπίδα; Από τι ήθελε να προφυλαχθεί; Ποιος τον απειλούσε; Ποια συναισθηματική ανασφάλεια τον είχε οδηγήσει στη βδελυρή πράξη του; Και, σε αυτήν την περίπτωση, γιατί δεν είχε κλέψει και τις υπόλοιπες ασπίδες του μνημείου; Για μεγαλύτερη ασφάλεια… Ο Αστυνόμος Μπέκας διαισθανόταν πως ή εξιχνίαση αυτού του ειδεχθούς εγκλήματος θα ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση. Ίσως μια από τις δυσκολότερες της καριέρας του. Ο Αστυνόμος Μπέκας μπορούσε πάντα με ευκολία να μπαίνει στον ψυχισμό των χειρότερων εγκληματιών και να ακολουθεί την άκρη του νήματος που κάθε φορά έβρισκε. Δυσκολευόταν, όμως, ιδιαίτερα με τους νευρωτικούς, τους συναισθηματικά ασταθείς. Του ήταν αδύνατον να αισθανθεί ανασφάλεια, να βιώσει οποιουδήποτε είδους συναισθηματική ανισορροπία… Ο Αστυνόμος Μπέκας ήταν το πρότυπο του ψυχικά υγιούς ατόμου, ένας βράχος, ούτως ειπείν, αυτοπεποίθησης και αυτάρκειας. Βοηθούσε, βεβαίως, και η ιδιοφυής, διεισδυτική σκέψη του, ο λαμπερός νους που δύσκολα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος από οποιονδήποτε τύχαινε να γνωρίσει από κοντά τον Μπέκα. Και αλλοίμονό του αν τύχαινε αυτός ο κάποιος να είναι εγκληματίας…
Τα μάτια του Αστυνόμου Μπέκα, μέσα στα οποία σπινθηροβολούσε η ευφυία, στάθηκαν στο χαρτί που ήταν απλωμένο μπροστά του από ώρα. Η λίστα των υπόπτων. Πρώτο – πρώτο στη λίστα φιγουράριζε, εννοείται, το όνομα Παπαθεμελής Στυλιανός. Ήταν φυσικό: ήταν το πρώτο όνομα που θα περνούσε στο μυαλό του καθενός, πόσο μάλλον στο λαμπερό μυαλό του Αστυνόμου Μπέκα. Εκείνη τη στιγμή, ο Αστυνόμος Μπέκας έκανε κάτι αναπάντεχο. Κάτι αδιανόητο για έναν μέσης ευφυίας άνθρωπο! Έσβησε το όνομα του Στέλλιου Παπαθεμελή από τη λίστα! Ο Αστυνόμος Μπέκας ήταν αδύνατον να ξεγελασθεί. Ο Παπαθεμελής ήταν αθώος. Όπως και όλοι οι υπόλοιποι ύποπτοι της λίστας που είχαν την ψυχολογική στήριξη που προσφέρει η Εκκλησία. Ο δράστης αυτής της κλοπής δεν είχε κανένα ψυχολογικό αποκούμπι, τουλάχιστον όχι τόσο αποτελεσματικό όσο η Ορθοδοξία. Τι να την κάνει την ασπίδα ο Παπαθεμελής, όταν τον κάλυπτε προστατευτικά και στοργικά η Θεία Χάρις. Η Παναγιά και ο Άγιος Δημήτριος. Και κάποιοι ακόμη, τα ονόματα των οποίων διέφευγαν αυτή τη στιγμή από το μυαλό του Μπέκα… Και σίγουρα δεν ήταν Σκοπιανοί! Ο Αστυνόμος Μπέκας έσβησε και αυτή την κατηγορία από τη λίστα του. Εάν ήσαν Σκοπιανοί, ούτως ή άλλως, θα είχαν να κάνουν με τον Ψωμιάδη. Και θα το ήξεραν. Κανείς δεν θα ήθελε να έχει απέναντί του τον Ψωμιάδη. Ούτε καν με μικρόφωνο… Όχι, αποκλείεται να ήσαν Σκοπιανοί, δεν μπορεί να ήσαν τόσο μικρόνοες. Ο Αστυνόμος Μπέκας προχώρησε στο επόμενο όνομα της λίστας: Χρηστίδης Βασίλειος. Αυτόν δίσταζε να τον διαγράψει από τη λίστα των υπόπτων. Ήταν γλεντζές ― ο Μπέκας τον είχε δει σε κάτι πάρτυ με τον Ρεγκούζα. Μπορεί να ήπιαν χθες κάτι παραπάνω και να νόμισαν πως μπορούσαν να εκμεταλλευθούν την κατάσταση: έτσι κι αλλιώς, αυτές τις ημέρες για όλα θα κατηγορούσαν τον Ρεγκούζα. Γιατί όχι και για την κλοπή της ασπίδας; Ή, ίσως, να έχει επηρεαστεί από τη δουλειά του. Σε όλους συμβαίνει… Να νόμισε, ας πούμε, στα σκοτεινά, πως έγραφε πάνω από την ασπίδα «Πάρε με τώρα» ή «Εγώ και οι φίλες μου θα σου χαρίσουμε αξέχαστες εμπειρίες». Κάτι τέτοιο. Και την πήρε… Μπορεί. Ο Αστυνόμος Μπέκας σημείωσε δίπλα στο όνομα του Χρηστίδη να το ψάξει περισσότερο. Εκείνη τη στιγμή, το δυνατό μυαλό του Αστυνόμου Μπέκα συνέλαβε μια επιπλέον δυνατότητα. Φώναξε έναν αστυφύλακα και τον έβαλε να παρακολουθεί όλα τα κανάλια, τα τελεμάρκετινγκ, την Μοιραράκη, τα πάντα… Ίσως κάποιος να προσπαθούσε να πουλήσει μια ασπίδα. Ίσως…
Ο Αστυνόμος Μπέκας έγειρε ικανοποιημένος στην καρέκλα του και έβαλε τα πόδια στο γραφείο του. Ο κλοιός γύρω από τον δράστη έσφιγγε κάθε ώρα που περνούσε…

Η ανασφάλεια του Μπάμπη

Ο Μπάμπης Καμένος έπινε με νευρικές κινήσεις τον δεύτερο
εσπρέσσο και έπαιζε στα δάχτυλά του μια τσαλακωμένη κάρτα. Χρύσα Γράση, ψυχίατρος, έγραφε με αυστηρή, επαγγελματική γραμματοσειρά η μπεζ κάρτα. Μόλις τρεις μέρες πριν είχε συζητήσει με την ψυχίατρό του το πρόβλημα του αλκοόλ. Ασήμαντο το είχε χαρακτηρίσει ο Μπάμπης. «Ενδιαφέρον…» είχε πει η ψυχίατρος. «Μ’ αγαπάς ή τζάμπα πίνω;» είχε πει ο Μπάμπης. «Μεταβίβαση», είχε πει μυστηριωδώς η ψυχίατρος. «Όχι, τραγούδι. Του Νίκου Μπάου, ξέρετε…», είχε διευκρινίσει ο Μπάμπης, ενάμισι λεπτό πριν τελειώσει ο χρόνος του. Όταν έπινε, ο Μπάμπης αγαπούσε όλα τα τραγούδια κι όλες τις γυναίκες…
Ήπιε μια γουλιά εσπρέσσο, σήκωσε το κινητό και σχημάτισε τον αριθμό της ψυχιάτρου. «Χρύσα, ο Μπάμπης είμαι…» είπε διστακτικά στο τηλέφωνο.
«Ναι;» είπε ενθαρρυντικά η κυρία Γράση.
«Είμαι ανασφαλής; Πρέπει να προστατευθώ από κάτι;» ρώτησε ο Μπάμπης με λαχτάρα που δύσκολα κρυβόταν στη φωνή του.
«Από πολλά, Μπάμπη», ακούστηκε η απάντηση από την άλλη άκρη της γραμμής στην Αθήνα.
«Και θα με προστάτευε μια ασπίδα;»
«Μια ψυχολογική ασπίδα;»
«Μια μεταλλική ασπίδα…»
«…»
«Η ασπίδα κάποιου με αυτοπεποίθηση. Κάποιου σημαντικού. Με στόχους στη ζωή του…»
«Δεν νομίζω, Μπάμπη».
«Και θα μείνω έτσι, ευάλωτος; Απροστάτευτος στα χτυπήματα της ζωής;»
«Μπάμπη, δεν απειλείσαι από τα εξωτερικά χτυπήματα. Ψάξε πάνω σου τον κίνδυνο. Εκεί θα τον βρεις…»
Στα αυτιά του Μπάμπη ακουγόντουσαν για πολλή ώρα μετά τα λόγια της ψυχιάτρου. «Ψάξε πάνω σου τον κίνδυνο. Εκεί θα τον βρεις…» Ο Μπάμπης κοίταξε πάνω του. «Ωραίο ταβάνι», σκέφτηκε. «Και ωραίος πολυέλαιος…» Δεν καταλάβαινε, όμως, τίποτα. Ίσως να έφταιγε και το χθεσινοβραδυνό μεθύσι.
Βγήκε έξω από την καφετέρια και στάθηκε δίπλα σ’ ένα περίπτερο για να προφυλαχθεί από τη βροχή. Το μάτι του έπεσε στις εφημερίδες που κρέμονταν. «Εκλάπη μία από τις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου στην παραλία της Θεσσαλονίκης», διάβασε. Κοίταξε την ομπρέλα του. Ήταν κάπως μεγάλη και δύσχρηστη…
Κοίταξε πάνω του τη βροχή που έπεφτε. Και τότε τα κατάλαβε όλα! Από τη βροχή έπρεπε να προστατευθεί! Την πανούργα, απειλητική βροχή… Ερχόταν και χειμώνας, αλλά ο Μπάμπης ήταν πια προστατευμένος! Ακόμα και από τα γριπιασμένα αποδημητικά πουλιά που έπεφταν τελευταία από τον ουρανό… Σήκωσε την ωραία μεταλλική ομπρέλα του και ξεκίνησε για το ξενοδοχείο. Έπρεπε να ξεφορτωθεί την άχρηστη ασπίδα…

Advertisements