Ο πεζόδρομος με τις καφετέριες στην παραλία της Κορίνθου ήταν πανέμορφος. Για τον Μπάμπη Καμένο, όμως, τον δαιμόνιο ρεπόρτερ της New Prooptiki Times, ακόμη πιο όμορφη ήταν η ξανθιά οπτασία που καθόταν απέναντί του και έπινε με μικρές κομψές γουλίτσες τον καπουτσίνο της. Η Μπάρμπαρα! «Βαρβάρα Μπουρμπούλια. Οι φίλοι με φωνάζουν Μπάρμπαρα…», του είχε συστηθεί πριν από λίγο. Και η καρδιά του Μπάμπη είχε σκιρτήσει. Ήταν προφανές πως αυτή η γυναίκα ήταν φτιαγμένη γι’ αυτόν: Ο Μπάμπης και η Μπάρμπαρα! Ο Θεός δεν θα μπορούσε να έχει τίποτα άλλο στο μυαλό του όταν τους έφτιαχνε. Τα έξι «μπ» θα γινόντουσαν επιτέλους ένα και μοναδικό τεράστιο «Μπ»! Τα «μπ» του Μπάμπη δεν θα ήταν μόνα τους ποτέ πια! Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Μπάρμπαρα ήταν και συνάδελφος: Δημοσιογράφος! Στα κοσμικά… Ο Μπάμπης ήταν ευτυχισμένος. Έγειρε αναπαυτικά στην καρέκλα του. «Τι ζώδιο είσαι;» ρώτησε χαμογελώντας κάπως ηλίθια, όπως είχε δει να κάνουν οι υπόλοιποι που φλερτάριζαν στην καφετέρια…
«Πιστεύεις σ’ αυτά;» ρώτησε απορημένη η Μπάρμπαρα.
Ο Μπάμπης δεν πρόλαβε να απαντήσει. Το εξασκημένο μάτι του δαιμόνιου ρεπόρτερ είχε παρατηρήσει κάτι που οι υπόλοιποι θαμώνες, απλοί άνθρωποι, εξάλλου, δεν είχαν προσέξει: στον πεζόδρομο περνούσε βιαστικά, με ύποπτες κινήσεις, σαν να ήθελε να περάσει απαρατήρητη μια γαλοπούλα με καπαρντίνα, καπέλο και μαύρα γυαλιά. Το εύστροφο μυαλό του Μπάμπη συνδύασε αμέσως το φαινομενικά αθώο γεγονός με την γαλοπούλα που είχε χαθεί από τις Οινούσες της Χίου…
Ενόσω ο Μπάμπης ήταν αναποφάσιστος τι να κάνει, φάνηκε αμέσως μετά ο Ευάγγελος Μπασιάκος: «Από που πήγε;» ρώτησε τον Μπάμπη.
«Από κει…» έδειξε ο Μπάμπης από την αντίθετη πλευρά.
«Ευχαριστώ, άνθρωπέ μου. Μ’ έσωσες…» είπε ο Μπασιάκος κι έφυγε προς τα ’κει που του είχε δείξει ο Μπάμπης.
«Πάμε. Γρήγορα!» είπε ο πανούργος δημοσιογράφος στην Μπάρμπαρα καθώς την τραβούσε απαλά από το χέρι. «Δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω. Ακολούθησέ με!»
Η Μπάρμπαρα ακολούθησε σαν μαγεμένη τον ρεπόρτερ – ιππότη της χωρίς να πει κουβέντα. Άφησαν την μεταμφιεσμένη γαλοπούλα να προχωράει σε απόσταση ασφαλείας. Δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να αντιληφθεί ότι κάποιος την είχε αναγνωρίσει και την παρακολουθούσε… Ο Μπάμπης είχε καταλάβει πως δεν επρόκειτο για μια κοινή γαλοπούλα. Έχει γέμιση, σκέφτηκε χαμογελώντας στον εαυτό του: είναι γεμάτη πανουργία και δολιότητα…
«Γιατί χαμογελάς;» ρώτησε η Μπάρμπαρα τον Μπάμπη.
«Μας σκέφτομαι μαζί στη New Prooptiki Times», είπε αμήχανα ο Μπάμπης.
«Θα με πάρεις μαζί σου στην εφημερίδα, Μπάμπη; Τέλεια! Σας πληρώνουν καλά;»
«Πολύ καλά! Συχνά, μάλιστα, έχει τζακ ποτ και μετά μας πληρώνουν πιο πολλά!»
Η Μπάρμπαρα κοίταξε τον Μπάμπη κάπως μπερδεμένη, αλλά δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Εκείνη τη στιγμή είδαν τη γαλοπούλα να μπαίνει στο πρώτο ταξί μιας πιάτσας. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε αμέσως με κατεύθυνση προς τον σταθμό του Προαστιακού. Ο Μπάμπης με την Μπάρμπαρα να τον ακολουθεί καταγοητευμένη μπήκαν στο αμέσως επόμενο ταξί στην πιάτσα. «Ακολούθησε το μπροστινό ταξί», είπε ο Μπάμπης επιτακτικά στον οδηγό. «Πηγαίνει στον Προαστιακό!»

Τα φτερά του έρωτα

Σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον Σταθμό Λαρίσης ο Μπάμπης ένοιωθε την αδρεναλίνη να τον κατακλύζει. Κοίταζε κλεφτά και δήθεν αδιάφορα την γαλοπούλα στο απέναντι κάθισμα. Δήθεν αδιάφορα και η γαλοπούλα έπινε κάθε τόσο γουλιές από ένα αντιβηχικό σιρόπι… Ο Μπάμπης το ένοιωθε πως πλησίαζε σε μια μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία. Κοίταζε πότε – πότε στα κλεφτά και την Μπάρμπαρα δίπλα του: ένοιωθε ήδη τα γλυκά τσιμπήματα από τα βέλη του έρωτα. Ένοιωθε σαν να είχε βγάλει φτερά…
«Συγκεντρώσου στην γαλοπούλα!» είπε αυστηρά στον εαυτό του.
Στον Σταθμό Λαρίσης η γαλοπούλα κατευθύνθηκε αμέσως στις τουαλέτες. Λίγο μετά βγήκε και πήγε στην αποβάθρα του Ιντερσίτυ για Θεσσαλονίκη…
«Μείνε εδώ και μην την χάσεις από τα μάτια σου», είπε ο Μπάμπης στην Μπάρμπαρα και έτρεξε στις τουαλέτες. Το έμπειρο μάτι του έπεσε αμέσως στον φάκελο που ήταν παρατημένος, δήθεν τυχαία στο καλάθι: «Κον Γιακουμάτον», έγραφε απ’ έξω. Ο Μπάμπης δεν ήταν δυνατόν να ξεγελαστεί: τα κατάλαβε όλα αμέσως. Έριξε γρήγορα τον φάκελο στην τσέπη του κι έτρεξε στην αποβάθρα. Τώρα ήταν σίγουρος: η γαλοπούλα είχε στη Θεσσαλονίκη μυστικό ραντεβού με τον Παναγιώτη Ψωμιάδη!

«Γλου, γλου;»

Ο Χατζηνικολάου κοίταξε τον Μπάμπη με ανυπόκριτο θαυμασμό. «Πες μας για την τεράστια δημοσιογραφική επιτυχία σου, Μπάμπη. Πώς κατάφερες να ακολουθήσεις τα ίχνη της γαλοπούλας – δραπέτη που είχε καταφέρει να ξεφύγει ακόμη κι από τη Νικολούλη;»
«Νίκο, για ένα πράγμα είμαι σίγουρος τώρα πια: η κυβέρνηση δεν έχει καμιά σχέση με οργανωμένα συμφέροντα…»
«Πώς είσαι τόσο σίγουρος, Μπάμπη;» ρώτησε ο Χατζηνικολάου με αδημονία τον έγκυρο δημοσιογράφο.
«Δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις τους: η σύμπραξη με οργανωμένα συμφέροντα προϋποθέτει οργάνωση…»
Εκείνη τη στιγμή τον διέκοψε από το διπλανό παράθυρο η συλληφθείσα γαλοπούλα – δραπέτης: «Γλου, γλου», είπε σε έντονο ύφος.
Ο Χατζηνικολάου στράφηκε αμέσως στο πουλί με έκδηλη απέχθεια: «Ποιοι σας έβαλαν να υπονομεύσετε την κυβέρνηση που εξελέγη από την ευρεία πλειοψηφία του ελληνικού λαού;»
«Γλου, γλου…» είπε η γαλοπούλα επιφυλακτικά, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο.
«Πρέπει να ομολογήσω πως διακρίνω κάποια συνέπεια στις απόψεις σας…», είπε ο Χατζηνικολάου με τη συνήθη ευγένεια που τον διακρίνει και στράφηκε στον Μπάμπη: «Ποιοι κρύβονται πίσω από την απόδραση της γαλοπούλας, Μπάμπη;»
«Γλου, γλου!» είπε ο Μπάμπης αφήνοντάς τους όλους άφωνους με την αποκάλυψή του.
«Μπάμπη, είναι γεγονός πως ο λόγος σου είναι ιδιαίτερα μεστός νοημάτων και εννοιολογικών αποχρώσεων, πράγμα ασυνήθιστο ακόμη και για τις δικές μου εκπομπές… Ας μιλήσουμε, λοιπόν, στη δική σου γλώσσα! Και θέλω να απαντήσεις με απόλυτη ειλικρίνεια, ενώπιον του ελληνικού λαού, στην επόμενη ερώτησή μου: Γλου, γλου;»
«Γλου, γλου», παρενέβη δόλια η γαλοπούλα.
«Γλου, γλου…» συμφώνησε αναγκαστικά ο Μπάμπης…

Advertisements